G-fish: Χαβιάρι made in Greece

Ψαρεύοντας σολομούς και πέστροφες στον Ταΰγετο. Η ιστορία της οικογενειακής επιχείρησης G-fish αποκαλύπτει πώς ό, τι γίνεται με αγάπη και μεράκι δεν μπορεί παρά να πετύχει παρά τις δυσκολίες
Οδηγώντας προς Σπάρτη και περνώντας τον ποταμό Ευρώτα στην είσοδο της πόλης εάν στρίψει κανείς αριστερά στην πρώτη διασταύρωση, θα οδηγηθεί στους βόρειους Δήμους του Ταϋγέτου.
Ο δρόμος στενός και με στροφές αλλά ιδιαίτερα γραφικός. Φθάνοντας στο χωριό Καστόρειον, το πρώτο που βλέπει είναι οι πηγές του Άγιου Μάμα, πολλά πλατάνια και πεζούλια για γερές ανάσες δροσιάς μέσα στο καλοκαίρι, αλλά σίγουρα δεν φαντάζεται ότι θα δει μια μονάδα παραγωγής πέστροφας, σολομού και οξύρυγχου (βλέπε χαβιάρι) λίγα μέτρα από τα πλατάνια. Η G-fish, όπως ονομάζεται σήμερα αυτή η πολλάκις βραβευμένη μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας, μετρά ήδη 45 χρόνια παρουσίας. Για όσους περάσαμε τα καλοκαίρια μας σε αυτό το χωριό, το συγκεκριμένο μέρος θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι του. Εξάλλου, ο κύριος Μιχάλης πάντα χαιρόταν να μας βλέπει να μπαίνουμε σαν στο σπίτι μας μέσα στην μονάδα και να ταΐζουμε τα ψάρια βλέποντάς τα να χοροπηδούν σαν τρελά μέσα στις δεξαμενές με το νερό του Ταϋγέτου, καθαρό από βαρέα μέταλλα, χημικά ή ό,τι άλλο βρίσκει δυστυχώς κανείς στις θάλασσες και τους ωκεανούς. Ο Γιάννης Γεροντίδης είναι βασικά η δεύτερη γενιά αυτής της οικογενειακής επιχείρησης. Και αν λάβουμε στα σοβαρά τα λόγια του Αμερικανοσκοτσέζου επιχειρηματία και φιλάνθρωπου, Άντριου Κάρνετζι, πως «η πρώτη γενιά χτίζει την επιχείρηση, η δεύτερη την κάνει επιτυχημένη και η τρίτη την διαλύει», τότε εδώ τα λόγια του επαληθεύονται μέχρι στιγμής, διότι από το 2009 η G-fish δεν προλαβαίνει να βραβεύεται για την ποιότητα των προϊόντων της.
ADVERTISEMENT

Συγκεκριμένα, η καπνιστή και μαριναρισμένη πέστροφα, ο σολομός και ο οξύρυγχος έχουν κερδίσει 2 διεθνή βραβεία Gourmet, το άλειμμα καπνιστής πέστροφας με μυρωδικά και το άλειμμα καπνιστού σολομού με μυρωδικά έχουν ανακηρυχθεί «Best product» από το περιοδικό «Τρόφιμα και ποτά», η εταιρία πήρε πέρσι βραβείο ποιότητας καλύτερης ιχθυοκαλλιέργειας από τον Γαστρονόμο, ενώ η εφημερίδα «Έθνος» είχε κατατάξει τον Γιάννη Γεροντίδη το 2012 στην λίστα με τους «100 Έλληνες επιχειρηματίες που κάνουν την διαφορά». «Δέχομαι σχεδόν καθημερινά τηλεφωνήματα από κόσμο που μας δίνουν συγχαρητήρια για τα προϊόντα μας. Πριν λίγες μέρες, μάλιστα, με πήρε τηλέφωνο μια κυρία από την Αθήνα για να με παρακαλέσει να μην χαλάσουμε την ποιότητά μας «..να τα ακριβύνετε και άλλο άμα δεν βγαίνετε…». Μα δεν χρειάζεται της απάντησα γελώντας. «Είμαστε ικανοποιημένοι» περιγράφει ο 40χρονος Γιάννης και παραδέχεται πως αυτή η ανταπόκριση του κόσμου στα προϊόντα της G-fish είναι η μεγάλη επιβράβευση των κόπων και της προσπάθειας της οικογένειάς του. Εξάλλου, ο Γιάννης Γεροντίδης αγαπά πολύ αυτό που κάνει. «Όταν αγαπάς κάτι, το μόνο που μπορείς να πετύχεις είναι να το κάνεις να ανθήσει» ήταν η εισαγωγή στην ομιλία του στο Tedx Sparta που πραγματοποιήθηκε φέτος στο Μουσείο Ελιάς στην Σπάρτη.
..

Η αλήθεια είναι ότι στα 19 του χρόνια, ενώ έκανε την στρατιωτική του θητεία, δεν είχε αποφασίσει ακόμα ποιον δρόμο θα ακολουθούσε αλλά φαίνεται πως είχε ήδη αποφασίσει η ίδια η ζωή γι’ αυτόν. «Σκεφτόμουν πως ή θα σπούδαζα ιχθυολογία διότι είχα μεγαλώσει μέσα στην μονάδα, την αγαπούσα, μου άρεσε, έκανα πράγματα και είχα μάθει πάρα πολλά πράγματα γύρω από αυτή και από την εμπειρία και τον ενθουσιασμό του πατέρα μου - είχαμε ανοίξει και ένα καπνιστήριο τότε- ή θα σπούδαζα χρηματοοικονομικά που, επίσης, μου άρεσαν. Όμως, ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα μου, του Μιχάλη Γεροντίδη, δεν άφησε επιλογή και έπεσα κατ’ ευθείαν στα βαθιά».
Εδώ αξίζει να τονιστεί πως η οικογένεια Γεροντίδη έχει βαθιά μέσα στο DNA της το στοιχείο της επιχειρηματικότητας, καθώς ο παππούς του Γιάννη αφού γλύτωσε με την οικογένειά του από την μικρασιατική καταστροφή του 1922, εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Νέας Ιωνίας στην Αττική στήνοντας με σκληρή δουλειά μεγάλα υφαντουργεία. Χρόνια αργότερα, η οικογένεια αποφασίζει να μετεγκατασταθεί στο Καστόρειο Λακωνίας, 18 χλμ από την Σπάρτη. Ο παππούς στήνει στο χωριό κλωστοϋφαντουργείο. Οι δυο του γιοι, ωστόσο, ο Μιχάλης και ο Αποστόλης Γεροντίδης, έχουν την ιδέα ενός ιχθυοτροφείου. «Ήταν μια από τις πρώτες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας που έγιναν στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου πήγε να κάνει κάποια σεμινάρια για να μάθει γύρω από την αναπαραγωγή των ψαριών κλπ. και εν συνεχεία βρίσκει το οικόπεδο κάτω από τις φυσικές πηγές του Άη Μάμα. Το αγοράζει μαζί με τον αδελφό του και προχωρούν στην επένδυση» εξηγεί ο Γιάννης. Κάπως έτσι ξεκίνησαν το 1969 την εκτροφή και εμπορία πέστροφας τα δύο αδέλφια μέχρι που το 1985 αποφασίζουν να χωρίσουν τους δρόμους τους.

Τα εμπόδια και η ανάπτυξη Η ξαφνική απώλεια του Μιχάλη Γεροντίδη έφερε ένα σοκ που, όμως, δεν υπήρχε καν η πολυτέλεια του χρόνου να βιωθεί. Ο Γιάννης τελειώνει την στρατιωτική του θητεία και σπεύδει να μεταφέρει τις άδειες της επιχείρησης στο όνομά του. Κάτι που, όπως λέει στο WE του news247.gr , του πήρε τρία χρόνια. Η πάλη με το τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας και τα εμπόδια που στήνονταν μπροστά του από ανθρώπους που δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη της G-fish, ήταν και η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε στην έως τώρα πορεία του.
Με την πολύτιμη βοήθεια της μητέρας και των δύο αδελφών του ο Γιάννης έχει απογειώσει την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία κινείται συνεχώς ανοδικά. Ουσιαστικά, διαχειρίζεται πάνω από 10 διαφορετικές ετικέτες προϊόντων βασισμένα, φυσικά, στην πέστροφα, τον σολομό και τον οξύρυγχο που είναι η παραγωγή του ιχθυοτροφείου. Στα νεότερα προϊόντα της G-fish έχουν ενταχθεί πια και τα φρέσκα ραβιόλια γεμιστά με καπνιστή πέστροφα ή καπνιστό σολομό, όπως και το άλειμμα καπνιστής πέστροφας με φρέσκα μυρωδικά ή καπνιστού σολομού με φρέσκα μυρωδικά.

Όσον αφορά τον σολομό, αξίζει να σημειωθεί ότι στην δεκαετία του 1980 είχαν επιχειρήσει να βάλουν σολομό στην μονάδα μετά από πρωτοβουλία του ιχθυογεννητικού σταθμού του Λούρου στα Γιάννενα, ο οποίος είχε διαθέσει τα ψάρια σε όλα τα ιχθυοτροφεία της Ελλάδας. Μάλιστα, τότε το ψάρι είχε επιζήσει μόνον σε τέσσερις μονάδες, μία εκ των οποίων ήταν αυτή στο Καστόρι. Ο Γιάννης Γεροντίδης τονίζει πως στην G-fish είχε την μεγαλύτερη επιτυχία αλλά λόγω του ότι δεν μπορούσαν να βρουν γόνο, δεν προχώρησε η παραγωγή σολομού. Βεβαίως, αυτή η προοπτική δεν εγκαταλείφθηκε και όταν το επέτρεψαν οι συνθήκες ο Γιάννης προχωρά και στην παραγωγή σολομού και με μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα γευστικά. Μεγάλο ρόλο, όμως, παίζει και ο τρόπος καπνίσματος του ψαριού που γίνεται με την παραδοσιακή θερμή μέθοδο.
Ο Πολωνός Η γνωριμία με έναν Πολωνό που είχε οξυρυγχοτροφείο στο εξωτερικό ήταν ο επόμενος σταθμός στην παραγωγή της G-fish. «Είχαμε κάνει μια επαφή με σκοπό να κάνουμε μια συνεργασία όπου θα μου έφερνε ψάρια εγώ θα τα κάπνιζα και θα τα ξαναέστελνα πίσω αλλά αυτός ήταν ηλικιωμένος, είχε πολλά λεφτά, βρήκε και μια πιτσιρίκα και εξαφανίστηκαν» λέει γελώντας ο Γιάννης. Όμως, αυτός ο Πολωνός του έδωσε την τεχνογνωσία που χρειαζόταν και έτσι μπήκε και ο οξύρρυγχος στην παραγωγή της G-fish.
Η G-fish τροφοδοτεί όλη την Ελλάδα σήμερα, σε επιλεγμένα σημεία, ενώ στα σχέδιά της είναι να αρχίσει και εξαγωγές. Ήδη γίνονται επαφές για την εξαγωγή των προϊόντων της εταιρείας σε δύο χώρες που προς ώρας δεν ήταν δυνατόν να μας αποκαλυφθεί καθώς δεν έχει κλείσει ακόμα η συμφωνία. Κατά τον Γιάννη Γεροντίδη, αυτό που χρειάζεται να κάνει το κράτος για να βοηθήσει την επιχειρηματικότητα και τους νέους ανθρώπους που έχουν καλές ιδέες, είναι να φτιάξει ένα σταθερό, απλό και σωστό φορολογικό πλαίσιο και ύστερα να βοηθήσει σε επίπεδο χρηματοδότησης ώστε να μπορούν να επεκταθούν οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, να γίνουν εξωστρεφείς και να δημιουργήσουν ανάπτυξη.

«Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» Η τύχη έφερε και την χορηγία της G-fish στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για την ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι». «Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο η παραγωγή και μου είπαν ότι ήθελαν, αν μπορούσα, να τους προμηθεύσω κάποια ψάρια και χαβιάρι. Τους απάντησα θετικά με πολλή χαρά και τους είπα ότι είχα και τα μέσα να τους μεταφέρω τα ψάρια ζωντανά εφόσον το ήθελαν. Ο Βασίλης Παππάς με τον οποίο μιλούσα τότε εξεπλάγην καθώς, όπως μου παραδέχθηκε, «είχαν φάει πόρτες» ακόμα και από το τότε Υπουργείο Πολιτισμού. Εγώ, όμως, το έβλεπα διαφορετικά. Έβλεπα ότι η ταινία θα δείξει στον έξω κόσμο τι κάνουμε. Τι έχουμε κάνει. Ποιοι ήμασταν εμείς οι Έλληνες για να ξαναφτάσουμε πάλι εκεί που ήμασταν» υπογραμμίζει ο Γιάννης Γεροντίδης, ο οποίος κατέληξε εκεί στα γυρίσματα με φόντο τη θάλασσα της Βοϊδοκοιλιάς στην Μεσσηνία, να υποδύεται ένα Ρώσο ψαρά δίπλα στον πρωταγωνιστή της ταινίας, Σεμπάστιαν Κοχ.
Τελειώνοντας την συνέντευξη του ζητήσαμε να μας πει κάποιο ακόμα μυστικό επιτυχίας. «Εμείς έχουμε μια πολύ ωραία πρώτη ύλη. Βοηθάνε τα νερά, οι τροφές και πάρα πολλά άλλα πράγματα. Αλλά από εκεί και πέρα, το ψάρι έχει την ιδιαιτερότητά του. Αν δεν ξέρεις να το φτιάξεις, να το μαγειρέψεις, το καταστρέφεις».
πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...