Το περίφημο σκάνδαλο παρακολουθήσεων ενδέχεται να αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για μια σημαντική στροφή στο ελληνικό αμυντικό δόγμα με καταστροφική επίδραση στα ελληνικά συμφέροντα.
Δραστηριοποιούμενη από την Κύπρο και την Ελλάδα η ισραηλινή εταιρεία spyware Intellexa, διοχέτευε ένα σύστημα παρακολούθησης με την ονομασία Predator σε διάφορα μη δημοκρατικά καθεστώτα, μεταξύ αυτών η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Μαδαγασκάρη, η Ουκρανία και οι υποστηριζόμενες από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα Σουδανικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF).
Πιστεύεται επίσης ότι πελάτης της ήταν και η ελληνική κυβέρνηση - όπως δήλωσε ο καταδικασθείς ιδιοκτήτης της και στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ - η εταιρεία παρείχε τις υπηρεσίες της σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας.
Όμως, η λειτουργία του Predator ενδέχεται να παρείχε στο Ισραήλ μια πλούσια ροή πληροφοριών για τις ελληνικές πολιτικές ελίτ, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάζει την πορεία της ελληνοϊσραηλινής συμμαχίας, σύμφωνα με δημοσίευμα του Cradle που υπογράφει ο Ιάσωνας Αθανασιάδης.
Τα 105 πρόσωπα που στοχοποιήθηκαν από το λογισμικό υποκλοπών ανήκουν στην πολιτική, επιχειρηματική και στρατιωτική ελίτ της Ελλάδας.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αρνήθηκε επανειλημμένα ότι η κυβέρνησή του βρισκόταν πίσω από την αγορά του λογισμικού, παρότι η Intellexa πουλούσε τα προϊόντα της αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και ορισμένοι εργαζόμενοί της εμφανίστηκαν να αναπτύσσουν δράση μέσα από εγκατάσταση της ελληνικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Πρότι αντικείμενο του ρεπορτάζ δεν είναι η δικαστική έκβαση της υπόθεσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν διεξήχθη επίσης ποτέ δημόσια έρευνα σχετικά με το αν το Predator περιείχε «κερκόπορτα» η οποία θα μπορούσε να δώσει σε τρίτους πρόσβαση σε δυνητικά επιβαρυντικό υλικό.
Οι επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις
Ωστόσο, το σκάνδαλο - όχι τυχαία - εκτυλίχθηκε την ίδια περίοδο που οι σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ αποκτούν πρωτοφανές βάθος.
Στις 6 Απριλίου 2026, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία εξοπλισμών ύψους 650 εκατομμυρίων ευρώ (περίπου 767 εκατ. δολάρια) με το Ισραήλ, αγοράζοντας 36 εκτοξευτές πυραυλικού πυροβολικού, κατευθυνόμενους πυραύλους ακριβείας με εμβέλεια έως 300 χιλιόμετρα, πυρομαχικά και δεκαετές πακέτο υποστήριξης από τη μεγαλύτερη ισραηλινή αμυντική βιομηχανία, την Elbit Systems.
Τον Μάρτιο, μια υπερσύγχρονη ελληνική φρεγάτα που είχε πρόσφατα παραληφθεί από τη Γαλλία τέθηκε σε υπηρεσία υποστήριξης της αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης κατά του Ιράν, αφού ύποπτο ιρανικό drone στόχευσε βρετανικές βάσεις στην Κύπρο — το Λονδίνο επιβεβαίωσε ότι το drone δεν εκτοξεύθηκε από ιρανικό έδαφος.
Ένας ατλαντικός στρατιωτικός διάδρομος στη Μεσόγειο
Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, Ελλάδα, Ισραήλ και Κύπρος επρόκειτο να συγκροτήσουν μια δύναμη ταχείας αντίδρασης επιπέδου ταξιαρχίας, η οποία θα περιπολούσε στην Ανατολική Μεσόγειο, στο τρίγωνο μεταξύ Καρπάθου, Κύπρου και ισραηλινών ακτών.
Αν και η εξέλιξη διαψεύστηκε επίσημα, οι ηγέτες των τριών χωρών υπέγραψαν τον ίδιο μήνα κοινό σχέδιο δράσης για αμυντική συνεργασία και δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τις κοινές αεροναυτικές ασκήσεις το 2026.
Τούρκοι πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης άρχισαν γρήγορα να προειδοποιούν για τη δημιουργία ενός «αντι-τουρκικού» άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Η Ελλάδα ακολουθεί πολύ επικίνδυνες πολιτικές, που καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ακολουθήσει, και οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν μόνο σε μεγαλύτερη ανασφάλεια, προβλήματα και πολέμους», δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Hakan FIdan σε συνέντευξη στις 12 Απριλίου, αναφερόμενος στη συμμαχία με το Ισραήλ.
«Τους έχουμε προειδοποιήσει».
Η Αθήνα επιμένει ότι η συμμαχία στοχεύει στην προστασία θαλάσσιων οδών, ενεργειακών υποδομών και υποθαλάσσιων καλωδίων από τουρκικές πιέσεις.
Στην πραγματικότητα, η σχέση έχει θεσμοθετηθεί μέσω της υποστηριζόμενης από την Ουάσιγκτον «Στρατηγικής Συμμαχίας 3+1» και κατοχυρωθεί από τρεις αμερικανικούς νόμους που ψηφίστηκαν μεταξύ 2019 και 2026 και αφορούν την άμυνα, την ενέργεια και τη συνεργασία ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αρχιτεκτονική αυτή σχεδιάστηκε για να εξασφαλίσει αμερικανικά σχέδια όπως ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) και οι Συμφωνίες του Αβραάμ. Υπονοούμενοι στόχοι παραμένουν η Ρωσία και η Τουρκία.
Η γεωγραφική περιοχή την οποία καλύπτουν οι τρεις σύμμαχοι περιλαμβάνει αεροπορικές διαδρομές που χρησιμοποιούν στρατιωτικά αεροσκάφη τα οποία συνδέουν την Ελλάδα με τη Δυτική Ασία.
Σε συνδυασμό με τη διαδρομή ανεφοδιασμού προς την Ουκρανία που λειτουργεί από τις ΗΠΑ μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, παρακάμπτοντας τα τουρκικά Στενά, δημιουργείται ένας γεωπολιτικός κόμβος υπό αμερικανική κυριαρχία και ένας αδιάκοπος διάδρομος ανάμεσα στα δύο μέτωπα συγκρούσεων: την Ουκρανία και τη δυτική ασιατική ακτογραμμή κατά μήκος της Γάζας, του Ισραήλ και του Λιβάνου.
Η αμερικανική βάση στη Σούδα βρίσκεται στρατηγικά τοποθετημένη στο κέντρο πολλών στρατιωτικών αεροδιαδρόμων της Μεσογείου που ξεκινούν από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία και συγκλίνουν εκεί για ανεφοδιασμό πριν συνεχίσουν ανατολικά.
Ο Αθανάσιος Πλατιάς, πρόεδρος του Ελληνικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και καθηγητής στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, δήλωσε στο The Cradle:
«Η Ελλάδα προσπαθεί απλώς να διατηρήσει μια ισορροπημένη σχέση με το Ισραήλ, παράλληλα με το αμοιβαίο αμυντικό σύμφωνο με τα ΗΑΕ και την αποστολή πυραύλων Patriot στη Σαουδική Αραβία για την προστασία των πετρελαιοπηγών της.
Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι οι δυτικές σανίδες σωτηρίας του Ισραήλ».
Η στρατηγική αυτή σχέση οδήγησε ακόμη και στην εκκένωση ισραηλινών αεροσκαφών από αεροδρόμια Ελλάδας και Κύπρου κατά τη διάρκεια έντονων ιρανικών βομβαρδισμών, ενώ Ισραηλινοί πολίτες και ξένοι τουρίστες διέφευγαν με πλοία προς την Κύπρο, όπως ακριβώς οι Λιβανέζοι κατά τον εμφύλιο πόλεμο του 1975–1990.
Πώς βλέπει το Ισραήλ την Ελλάδα: Από περιφερειακό εταίρο σε στρατηγικό άξονα
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η σχέση Ελλάδας–Ισραήλ έχει μετατραπεί από μια περιορισμένη διπλωματική συνεργασία σε μια πολυεπίπεδη στρατηγική συμμαχία που επηρεάζει την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην ισραηλινή στρατηγική σκέψη, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως φιλική ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ως κρίσιμος γεωπολιτικός και στρατιωτικός εταίρος.
Σύμφωνα με το ισραηλινό think tank Jerusalem Institute for Strategy and Security (JISS), η τριμερής συνεργασία Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου αποτελεί «μετασχηματιστική ευθυγράμμιση» για την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάλυση του JISS παρουσιάζει την Ελλάδα ως ασφαλή δυτική πύλη του Ισραήλ προς την Ευρώπη και ως σταθερό πυλώνα σε μια περιοχή αυξανόμενης αστάθειας.
Η Ελλάδα ως αντιστάθμισμα στην Τουρκία
Κεντρικό στοιχείο της ισραηλινής προσέγγισης είναι η μεταβαλλόμενη σχέση με την Τουρκία.
Μετά τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων Άγκυρας–Τελ Αβίβ, το Ισραήλ άρχισε να επενδύει στρατηγικά στη συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το αμερικανοϊσραηλινό think tank Foundation for Defense of Democracies (FDD) σημειώνει ότι οι αμυντικοί δεσμοί Ελλάδας–Ισραήλ εμβαθύνουν «υπό το πρίσμα της τουρκικής εχθρότητας».
Η ίδια ανάλυση συνδέει:
• τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις,
• τις αγορές ισραηλινών οπλικών συστημάτων από την Ελλάδα,
• και τη συνεργασία στην αεράμυνα
με μια ευρύτερη στρατηγική περιορισμού της τουρκικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, ισραηλινές αναλύσεις στη Haaretz υπογραμμίζουν ότι, παρότι η Ελλάδα θεωρείται πολύτιμος εταίρος, δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τη γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας.

Στρατιωτικός και επιχειρησιακός ρόλος της Ελλάδας
Στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, η Ελλάδα παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως επιχειρησιακός κόμβος του Ισραήλ στη Μεσόγειο.
Η Jerusalem Post περιγράφει την Ελλάδα ως «απαραίτητο στρατηγικό εταίρο», αναφέροντας:
• κοινές αεροπορικές ασκήσεις,
• συνεργασία σε drones και πυραυλικά συστήματα,
• αλλά και τη δημιουργία εκπαιδευτικών και αμυντικών υποδομών με ισραηλινή συμμετοχή.
Ο ελληνικός εναέριος χώρος χρησιμοποιείται συστηματικά για εκπαιδεύσεις της ισραηλινής αεροπορίας σε αποστολές μεγάλων αποστάσεων, ενώ η Σούδα και η Κρήτη θεωρούνται από ισραηλινούς αναλυτές κρίσιμα σημεία ανεφοδιασμού και επιχειρησιακής υποστήριξης.
Ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές
Η συνεργασία δεν περιορίζεται στην άμυνα. Σημαντικό μέρος της ισραηλινής στρατηγικής αφορά τη δημιουργία νέων ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων που θα συνδέουν το Ισραήλ με την Ευρώπη μέσω Ελλάδας και Κύπρου.
Το FDD αναφέρεται σε:
• ηλεκτρικές διασυνδέσεις,
• υποθαλάσσια καλώδια,
• λιμενικές υποδομές,
• έργα LNG,
• και τον διάδρομο IMEC (India–Middle East–Europe Corridor).
Σε ισραηλινές δημόσιες συζητήσεις εμφανίζεται συχνά η ιδέα ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό μεσογειακό κόμβο του Ισραήλ προς την Ευρώπη, αντικαθιστώντας εν μέρει τον ρόλο που κάποτε είχε η Τουρκία.
Η Ελλάδα ως «ασφαλής» πολιτικός σύμμαχος
Ένα ακόμη στοιχείο που υπογραμμίζεται στις ισραηλινές αναλύσεις είναι η πολιτική αξιοπιστία της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο πειθήνιος ρόλος της κυβέρνησης Μητσοοτάκη.
Παρά τις φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις στην ελληνική κοινωνία μετά τον πόλεμο στη Γάζα, το Τελ Αβίβ θεωρεί ότι η Αθήνα παραμένει ένας από τους πιο σταθερούς ευρωπαϊκούς συνομιλητές του Ισραήλ.
Σε αντίθεση με χώρες όπως η Ισπανία ή η Ιρλανδία, η ελληνική κυβέρνηση διατήρησε στενή στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ ακόμη και σε περιόδους έντονης διεθνούς πίεσης.

Το βαθύτερο στρατηγικό σχέδιο
Συνολικά, οι ισραηλινές αναλύσεις συγκλίνουν στην ιδέα ενός γεωπολιτικού άξονα:
Ισραήλ → Κύπρος → Ελλάδα → Ευρώπη
Ο άξονας αυτός επιδιώκει να προσφέρει:
• στρατηγικό βάθος στο Ισραήλ,
• ασφαλείς θαλάσσιες και ενεργειακές διαδρομές,
• ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο,
• και ανάσχεση της τουρκικής επιρροής.
Η αυξανόμενη παρουσία ισραηλινών αμυντικών εταιρειών στην Ελλάδα, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και οι νέες αμυντικές συμφωνίες αποτελούν ενδείξεις ότι αυτή η στρατηγική συνεργασία έχει πλέον αποκτήσει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου