Το πρώτο κρούσμα
Το Documento από τη στιγμή που η συμφωνία τέθηκε σε ψηφοφορία έδωσε τον λόγο στους ειδικούς της δημόσιας υγείας. Οι τελευταίοι προειδοποίησαν εγκαίρως για τους σοβαρούς υγειονομικούς κινδύνους. Λίγους μήνες μετά καταγράφηκε στην Ελλάδα το πρώτο περιστατικό που επανέφερε τις ανησυχίες. Οι γεωτεχνικοί κατήγγειλαν ότι τα πρώτα κατεψυγμένα κοτόπουλα που ήρθαν από τη Βραζιλία στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ – Mercosur, είχαν κατά 80% σαλμονέλα. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην άμεση επιστροφή τους.
Το κρίσιμο στοιχείο επιβεβαίωσε σε συνέντευξή Τύπου ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων Νίκος Κακαβάς, προκαλώντας αμφιβολίες σχετικά με την επάρκεια των ελέγχων στα εισαγόμενα προϊόντα λόγω και της υποστελέχωσης της υπηρεσίας.
Βεβαρυμένο παρελθόν
Οπως είναι λογικό, ο προβληματισμός εντείνεται για την ασφάλεια των τροφίμων μετά τα περιστατικά με σαλμονέλα. Ωστόσο δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, επισημαίνουν στο Documento οι γεωτεχνικοί. Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Το 2019 μεγάλη έρευνα της βρετανικής εφημερίδας «Guardian», των Reporter Brasil και του Γραφείου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας διαπίστωσε ότι 1.359 τόνοι –αριθμός ισοδύναμος με 1 εκατομμύριο– μολυσμένων πουλερικών εξήχθησαν προς το Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 2017 και 2019.
Ωστόσο, σημείωνε εμφατικά το ρεπορτάζ, ο πραγματικός αριθμός ήταν πιθανόν υψηλότερος. «Μόνο περίπου μία στις πέντε παρτίδες υπόκειται σε υποχρεωτικές μικροβιολογικές εξετάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι φορτίο με μολυσμένο κρέας θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο» τόνιζαν οι συντάκτες.
Ανάλυση κινδύνου
Τα παραπάνω επιβεβαιώνει η Κομισιόν. Στην επίσημη ιστοσελίδα της για το είδος των ελέγχων που πραγματοποιούνται στα σύνορα της ΕΕ αναφέρεται ότι, εκτός του ελέγχου των εγγράφων που συνοδεύουν τρόφιμα και ζωοτροφές ζωικής προέλευσης αλλά και του ελέγχου ταυτότητας, οι φυσικοί έλεγχοι των εμπορευμάτων συμπεριλαμβάνουν εργαστηριακές δοκιμές, όμως μόνο «εάν χρειάζεται». Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δεν ελέγχονται όλες οι παρτίδες, όπως και αυτές με εισαγόμενο κοτόπουλο από τη Βραζιλία
– στοιχείο κρίσιμο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι τα γεωργικά προϊόντα είναι μεταξύ των κορυφαίων αγαθών που εισάγει η ΕΕ από τη Μercosur (Euronews). Επίσης, σύμφωνα με τη Eurostat, η Ευρωπαϊκή Ενωση εισήγαγε το 2024 το 12% των φυτικών προϊόντων αξίας 9,2 δισ. ευρώ από τη Βραζιλία, κατακτώντας την πρώτη θέση στις χώρες προέλευσης των εισαγωγών στην ΕΕ. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, την ίδια χρονιά εισήχθησαν από τις χώρες της Mercosur αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά αξίας 452,1 εκατ. ευρώ (ΕΛΣΤΑΤ), με το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών να αφορά βόειο κρέας και πουλερικά, κυρίως από Βραζιλία και Αργεντινή, καθώς και ζάχαρη.
Να σημειωθεί ότι στις δύο αυτές χώρες καλλιεργούνται γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες σε έκταση 900 εκατ. στρεμμάτων.
Ανεπάρκεια ελέγχων
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Σαρόπουλο, πρόεδρο ΔΕ Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ): «Σε ελέγχους που έγιναν πριν από τη συμφωνία και αφορούσαν βοδινό κρέας, ειδικά στη Βραζιλία, διαπιστώθηκaν όχι μόνο η ύπαρξη καρκινογόνων ορμονών, αλλά και η ανεπαρκής ιχνηλασιμότητα ώστε να εντοπιστεί το μέρος όπου παράχθηκε ο ιός και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα».
Η ανεπαρκής ιχνηλασιμότητα –από κοινού με την τυχαία δειγματοληψία– μεγιστοποιεί τον κίνδυνο, προσθέτει ο συνομιλητής μας. Αυτούς τους φόβους εντείνουν τόσο η αναφορά του Ν. Κακαβά ότι «τη δυνατότητα ελέγχου την έχουν οι χώρες της Μercosur» (Ρ/Σ Κρήτη 9,84) όσο και οι παραδοχές των επικεφαλής των βραζιλιάνικων αρχών ασφάλειας τροφίμων στο παρελθόν ότι το ποσοστό μόλυνσης των πουλερικών στη χώρα ανέρχεται σε 20%.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια Μπερναντέτ ντε Μέλο Φράνκο, ειδική στην ασφάλεια τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάουλο: «Η συχνότητα ανίχνευσης σαλμονέλας στα βραζιλιάνικα πουλερικά είναι 20%, πράγμα που σημαίνει ότι ένα στα πέντε πτηνά βγαίνει θετικό στη σαλμονέλα».
Εντούτοις, οι γεωτεχνικοί αναφέρουν στο Documento ότι προς το παρόν τέτοια προϊόντα έρχονται απευθείας στη χώρα και υποβάλλονται σε αυστηρούς ελέγχους. «Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε να κάνουμε το καθήκον μας, παρά την υποστελέχωση» δηλώνουν. Επισημαίνουν ωστόσο τον κίνδυνο ισχυρές εταιρείες της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να αποφύγουν τους ελέγχους να πηγαίνουν πρώτα σε άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ, να «βαφτίζουν» ευρωπαϊκά τα προϊόντα τους και να εισάγονται στη χώρα με το καθεστώς που προβλέπει η ΕΕ για τα κοινοτικά μέλη (για τις μεγάλες πολυεθνικές πίσω από τη συμφωνία είχε γράψει το Documento στις 29/01/2026, «Τα αρπακτικά που θέλουν να κάνουν την Ευρώπη Λατινική Αμερική»).
Χαώδης διαφορά
Πέρα από την ποιότητα, ο ανταγωνισμός φαίνεται να «τελειώνει» και τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς. Ο Βάιος Γκανής, οινοπαραγωγός και πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Βόρειας Φθιώτιδας, προειδοποιούσε προ μηνών μέσω του Documento ότι οι Ελληνες παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν τραστ ή επιχειρηματίες που συνεργάζονται με τραστ στις χώρες της Mercosur και καλλιεργούν εκτάσεις έως και τρεισήμισι φορές μεγαλύτερες από την παραγωγική δυνατότητα της Ελλάδας.
Ξεκαθάριζε επίσης ότι μπορεί τα προϊόντα από τις χώρες της Mercosur να πωλούνται έως και 70% φτηνότερα, ωστόσο «η πολιτική αυτή της διάθεσης των προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους δεν θα κρατήσει για πολύ, παρά μόνο μερικά χρόνια, μέχρι να διαλύσουν την εσωτερική παραγωγή της χώρας μας και έπειτα, όταν οι τιμές θα εξαρτώνται απόλυτα από αυτούς, να τις ανεβάσουν στα ανώτατα επίπεδα».
Απίθανη η ανάκαμψη
Από την πλευρά της η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτισε την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η εφαρμογή της συμφωνίας περιλαμβάνει «προσωρινό μηχανισμό» διασφάλισης που θα επιτρέπει στην ΕΕ να διακόπτει εισαγωγές που προκαλούν σοβαρή ζημία στις τοπικές βιομηχανίες.
«Θα επιτρέψει η Γερμανία να χαλάσει η “ δουλειά” που έστησε για να ανακάμψει η οικονομία της; Αυτό δεν είναι το πνεύμα της Mercosur» απαντούν οι αγρότες μέσω του Documento.
Επιπλέον, ανάλυση του Reuters τον Απρίλιο 2026 αμφισβητούσε την αισιοδοξία της προέδρου. Επικαλούμενο προειδοποιήσεις οικονομολόγων, το διεθνές ειδησεογραφικό δίκτυο ανέφερε ότι τα οικονομικά οφέλη από τη συγκεκριμένη συμφωνία αλλά και από άλλες (όπως με Ινδία, Ινδονησία, Αυστραλία και Μεξικό) θα είναι μέτρια και είναι απίθανο να καταφέρουν να αντισταθμίσουν πλήρως το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου με τις ΗΠΑ. «Ενώ οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ θα έπρεπε να βοηθήσουν, εκείνη δεν θα καταφέρει να αντισταθμίσει τις χαμένες εξαγωγές των ΗΠΑ μετά τους δασμούς Τραμπ χωρίς να στραφεί προς την εσωτερική αγορά» κατέληγε η ανάλυση.
«Είμαστε στον γκρεμό»
Το Documento ρώτησε τον Β. Γκανή πώς βλέπει σήμερα ο αγροτικός κόσμος τις αλλαγές που φέρνει η εφαρμογή της συμφωνίας. «Είμαστε στον γκρεμό» απάντησε κατηγορηματικά. Οπως εξηγεί, με την εφαρμογή της συμφωνίας «έρχονται 80 εκατομμύρια τόνοι ζάχαρης ως εισαγωγές». «Στη χώρα μας» συνεχίζει «δεν υπάρχει παραγωγή ζάχαρης».
Το μέλλον μοιάζει δυσοίωνο και για την πτηνοτροφία. «Σύμφωνα με τους υπολογισμούς» αναφέρει ο Β. Γκανής «οι εισαγωγές κοτόπουλου από τη Mercosur φτάνουν τα 40 εκατομμύρια τόνους και προορίζεται να φτάσουν στο ράφι σε τιμές έως και έξι φορές κάτω από αυτά που έχουμε στην Ελλάδα. Ποιος αντέχει αυτόν τον ανταγωνισμό;».
Οι ειδικοί επισημαίνουν τον κίνδυνο για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, αναφέροντας πως η πολωνική κυβέρνηση προέβη σε διάβημα για το γεγονός ότι οι ποσότητες κρέατος που έρχονται από τη Mercosur καλύπτουν ήδη τα έξι χρόνια –όπως προβλέπει η συμφωνία για σταδιακή εισαγωγή– και αναμένεται να αυξηθούν.
«Γυαλιά παντού»
Ομως για τους Ελληνες παραγωγούς η Μercosur δεν είναι η μόνη «πληγή». Ο Β. Γκανής θυμίζει τη συνθήκη με την Ινδία αλλά και την εισαγωγή προϊόντων από την Ουκρανία, χωρίς, όπως λέει, να έχουμε «ιδέα τι ακριβώς καταναλώνουμε».
Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζουν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί του σχετικά με το ρύζι. Προειδοποιούν ότι σπάνιες ποικιλίες ρυζιού στην Ευρώπη βρίσκονται υπό σοβαρή απειλή, καθώς η εισαγωγή φτηνού ρυζιού από χώρες της Ασίας αυξάνονται με αλματώδη ρυθμό. Οι παραγωγοί, ιδίως σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία, φοβούνται ότι χωρίς θεσμική παρέμβαση θα καταρρεύσει η ευρωπαϊκή παραγωγή. Ενδεικτικό της πίεσης που υφίστανται είναι ότι από το 2006 οι εισαγωγές στην Ευρώπη από Καμπότζη και Μιανμάρ έχουν αυξηθεί πάνω από 250%. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Βόρειας Φθιώτιδας δείχνει να βρίσκεται ένα στάδιο μετά την έκφραση ανησυχίας. Με τον πιο παραστατικό τρόπο παρουσίασε στο Documento τη μετατροπή της ελληνικής υπαίθρου σε… λιβάδι φωτοβολταϊκών. Είπε συγκεκριμένα: «Δεν ξέρω τι σκοπεύουν να κάνουν τα κτήματα που θα απομείνουν. Αυτό που βλέπω πάντως στο Οροπέδιο Δομοκού (σ.σ.: τον τόπο του) είναι γη υψηλής παραγωγικότητας να μετατρέπεται σε τεράστια εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. Το ίδιο και αλλού στην Ελλάδα. Γυαλιά παντού!».
«Τελευταία γραμμή άμυνας»
Ταυτόχρονα η μάχη κρίνεται στο πολιτικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον Αθ. Σαρόπουλο «πρέπει να δοθεί αγώνας ώστε να καταπέσει η συμφωνία στο Δικαστήριο της ΕΕ».
Ο ίδιος πριν από αυτό εξαίρει τη σημασία της απόφασης της 21ης Ιανουαρίου 2026 για το πάγωμα της συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λέγοντας καταληκτικά: «Ολα τα στοιχεία που προκύπτουν, όπως η περίπτωση με τη σαλμονέλα, πρέπει να συνηγορήσουν ώστε να αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι η συμφωνία δεν είναι σύννομη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ωστόσο υπάρχει η Γερμανία που θέλει να προχωρήσει και εύχομαι πραγματικά να μην καταρρεύσουν τα τελευταία προπύργια αξιοκρατίας στην ΕΕ. Είναι η τελευταία γραμμή άμυνας».
«Τεράστιο θέμα ασφάλειας»
Η ανησυχία παραγωγών και επιστημόνων δεν αφορά μόνο τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική επιδρά πολλαπλά στην ελληνική πραγματικότητα. Ο πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Σπύρος Κίντζιος επισημαίνει ότι «η περίπτωση της σαλμονέλας στα κοτόπουλα αναδεικνύει ότι υπάρχει τεράστιο θέμα ασφάλειας. Δεν γνωρίζουμε τους όρους που φυτά, πιθανά γενετικά τροποποιημένα, ή ζώα που μπορεί να έχουν ορμόνες ή ζούσαν σε συνθήκες που ευνοούσαν τα παθογόνα πρόκειται να εισαχθούν». Και συνεχίζει: «Κακά τα ψέματα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι υποστελεχωμένοι και ανεπαρκώς δομημένοι για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν ότι αυτό το οποίο φτάνει στον καταναλωτή είναι ασφαλές».
Ειδικά για το ζήτημα των ορμονών που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτροφή των ζώων και είναι συνδεδεμένες με σωρεία προβλημάτων υγείας, ο Σπ. Κίντζιος διερωτάται τι γίνεται με αυτές. Ρωτά επίσης: «Τι γίνεται με τις εξίσου επικίνδυνες μυκοτοξίνες σε σιτηρά που θα έχουν αποθηκευτεί μέσα σε καράβια στα οποία δεν πληρούνται όλα τα μέτρα ασφάλειας;».
Απέναντι στις νέες προκλήσεις που φέρνει η μαζική εισαγωγή προϊόντων από τη Mercosur οι επιτόπιοι έλεγχοι είναι η απάντηση, σύμφωνα με τον πρύτανη. «Δεν μπορούμε να υποκαταστήσουμε την ανάγκη πρόσληψης επιστημόνων που θα διενεργούν τους ελέγχους» καταλήγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου