Ο Μαραντζίδης, η φινλανδοποίηση και τα «ήρεμα νερά» με την Τουρκία

 Οκτώβριος 2020. Οι γείτονες έχουν ήδη στήσει σκηνικό έντασης στα σύνορα του Έβρου μέσω της εργαλειοποίησης μεταναστών, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να μετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία για να λανσάρει στην κοινή γνώμη το εθνικιστικό αφήγημα περί «έπους του Έβρου». Το Ορούτς Ρέις, δε, έχει κόψει βόλτες στο Αιγαίο, με τη συμπολίτευση να εκπέμπει αντικρουόμενα μηνύματα για το κατά πόσο το τουρκικό ερευνητικό έκανε έρευνες, ενώ με κουκούτσι στον λαιμό της «γαλάζιας» παράταξης μοιάζει η δικαιολογία του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου πως οι έντονες καιρικές συνθήκες οδήγησαν το σκάφος εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Τα γεγονότα αυτά φαίνεται να κινητροδότησαν τον Νίκο Μαραντζίδη να γράψει στην «Καθημερινή» άρθρο με τίτλο: «Ο Πέλκας στη Φενέρμπαχτσε».

Θα αναρωτιέστε πώς και γιατί η μεταγραφή του Έλληνα διεθνούς συνδέεται με την αναθεωρητική στρατηγική των γειτόνων. Υπάρχει εξήγηση. Ο καθηγητής του ΠΑΜΑΚ, πρώην επικριτής και νυν στενός συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα με αφορμή τη «μετακόμιση» του ποδοσφαιριστή στον τουρκικό σύλλογο δράττεται της ευκαιρίας για να αρθρογραφήσει υπέρ της ανάγκης να θαφτεί το τσεκούρι με τη γείτονα. Επί της αρχής θα σκεφτεί κανείς πως εκπέμπει ένα πασιφιστικό μήνυμα, το οποίο βρίσκει ευήκοα ώτα σε σημαντική μερίδα του κοινωνικού παράγοντα, αφού οι δύο λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, το ράλι των εξοπλισμών ωφελεί αποκλειστικά και μόνο τους εμπόρους όπλων, ενώ η σκιά του «casus belli» έχει μετατραπεί σε τροχοπέδη και για τις δύο πλευρές.

Η επιχειρηματολογία του, όμως, μοιάζει πιο προωθημένη ακόμα και από την πολιτική των «ήρεμων νερών» που στηλιτεύεται από σημαίνοντα στελέχη της ΝΔ, ενώ δεν πρέπει να βρίσκει σύμφωνο ούτε τον πολιτικό του προϊστάμενο και πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος έχει διατυπώσει είτε ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε ως συγγραφέας πολιτικής αυτοβιογραφίας και επικεφαλής του Ινστιτούτου που φέρει το όνομα του τη διαφωνία του για τη μεθοδολογία που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά. Ο κ. Μαραντζίδης, λίγα χρόνια μετά το εγχείρημα ανάσχεσης της διείσδυσης της ρωσικής προπαγάνδας και τη συνεργασία με την Integrity Initiative που χρηματοδοτούνταν από το Foreign Office και το ΝΑΤΟ, παραβλέπει ποιος προκαλεί ποιον και ποιος αναθεωρεί τι, προτείνοντας το μοντέλο της φινλανδοποίησης προκειμένου να προκύψει ένα νέο status quo με τους γείτονες, μακριά από εντάσεις, αερομαχίες και άγονους ανταγωνισμούς.

Αν και παραδέχεται ότι η επίκληση του παραδείγματος της ευμενούς ουδετερότητας της Φινλανδίας έναντι της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να «κουμπώσει» στη συνθήκη που έχει διαμορφωθεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σημειώνει: «Θα φινλανδοποιηθούμε λοιπόν; Μάλιστα! Ε και; Ας κοιτάξουμε τον χάρτη για να αντιληφθούμε τι ακριβώς λέμε. Η μικρή Φινλανδία, που έγινε ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1917, είναι εκεί στη θέση της, ευημερούσα, με υψηλή ποιότητα Δημοκρατίας, στη δωδεκάδα των καλύτερων κρατών του κόσμου στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, πάνω από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Για δείξτε μου τώρα εσείς πού είναι η ΕΣΣΔ; Γιατί την ψάχνω στον χάρτη αλλά δεν τη βρίσκω παρά μόνον στα βιβλία Ιστορίας. Ποιος είπατε πως κέρδισε είπαμε;».

Με αυτήν την ανάλαφρη προσέγγιση που συνδυάζει τα περί «Δανίας του Νότου» με το «κανείς δεν σηκώνει πια το τηλέφωνο στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας», ο καθηγητής – πομπός της θεώρησης πως εάν οι κομμουνιστές κάθονταν ήσυχοι στην κατοχή τότε οι Γερμανοί δεν θα έκαναν αντίποινα, εισηγείται να μπει φρένο στο συλλογικό «ψυχόδραμα» με τους γείτονες και βρίσκει μάταιο «να τσακωνόμαστε διαρκώς για βραχονησίδες και για μερικά χιλιόμετρα βυθού, που κανείς δεν ξέρει αν ποτέ θα αξιοποιηθούν». Άραγε, πώς να εισέπραξαν αυτές τις γραμμές οι οικογένειες των Καραθανάση, Βλαχάκου και Γιαλοψού; Όχι, δεν πρόκειται για επίκληση στο συναίσθημα που απηχεί σε εθνικιστικά αντανακλαστικά. Πρόκειται για την αυτονόητη υπενθύμιση πως «ο τσακωμός για βραχονησίδες» δεν ήταν αναίμακτος.

«Μπορούμε οι Έλληνες να ανεβούμε βιοτικό επίπεδο; Να γίνουμε Φινλανδοί στην οικονομία, τη Δημοκρατία, την εκπαίδευση, την υγεία; Κι αν αυτά σημαίνουν πως πρέπει να συνεργαστούμε με τον ιδιότροπο γείτονά μας, ας βρούμε τον τρόπο να το κάνουμε» καταλήγει ο κ. Μαραντζίδης, προκαλώντας τα ερωτήματα αν επιμένει σε όσα υποστήριζε το 2020, αν το γεγονός ότι παραγνώρισε τις τουρκικές προκλήσεις αποτελεί «στιγμιαίο λάθος», αν η φινλανδοποίηση θα έχει αντανάκλαση στη στάση της χώρας έναντι της παράνομης τουρκικής κατοχής στη μισή Κύπρο κι αν ο Αλ. Τσίπρας, ως αρχηγός κόμματος που ενστερνίζεται το ιδεολογικό πλαίσιο της πατριωτικής Αριστεράς, ασπάζεται αυτές τις απόψεις την ώρα που ο Ερντογάν δρομολογεί το φημολογούμενο νομοσχέδιο για τη «γαλάζια πατρίδα». Επί τη ευκαιρία, ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια η θάλασσα απέκτησε σύνορα για τον κ. Τσίπρα.

Και κάτι τελευταίο, τρία χρόνια μετά το άρθρο του Ν. Μαραντζίδη η Φινλανδία δεν άντεξε άλλο τη φινλανδοποίηση και προσχώρησε στο ΝΑΤΟ. Μάλλον, δεν εισακούστηκε ο καθηγητής. Επίσης, η παρουσίαση της Φινλανδίας ως νικήτριας του «ψυχρού πολέμου» θα μπορούσε να σταθεί αιτία διαγραφής πρωτοετούς φοιτητή διεθνών σχέσεων.

Ολόκληρο το άρθρο του Ν. Μαραντζίδη στην «Καθημερινή»

Στην περίπτωση που δεν το γνωρίζετε, η «Φενέρ» είναι ποδοσφαιρική ομάδα της Πόλης, από τις μεγαλύτερες της Τουρκίας. Το άκουσμά της θα μου θυμίζει πάντα εκείνη την αυγουστιάτικη βραδιά, που ο ΠΑΟΚ προκρίθηκε μέσα στο γήπεδο της τουρκικής ομάδας, το φοβερό Σουκρού Σαράτσογλου. Δεν ξέρω αν ποτέ η Αγία Σοφία δάκρυσε, αλλά αν αυτό συνέβη, για μένα, ήταν εκείνο το βράδυ!

Ο Πέλκας, πάλι, ήταν παίκτης του ΠΑΟΚ. Γιαννιτσιώτης και παοκτσάκι, από μικρό μεγαλωμένο στη Θύρα 4 και το «Πατριαρχείο», για όσους καταλαβαίνουν. Μεταγράφηκε πριν από λίγες εβδομάδες στη Φενέρμπαχτσε. Στον ΠΑΟΚ τον αποχαιρέτησαν όπως άξιζε σ’ ένα «δικό τους παιδί» και οι οπαδοί της Φενέρ τον καλωσόρισαν, όπως του έπρεπε. Όλα καλά!

Η ιστορία του Πέλκα θα ήταν μια λεπτομέρεια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, εάν αυτή δεν συνέβαινε την ίδια εποχή κατά την οποία η ένταση και η εθνικιστική ρητορική στα ΜΜΕ της Ελλάδας και της Τουρκίας ήταν σε έξαρση.

Με τον τρόπο του το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δίνει μάθημα νηφαλιότητας και ορθολογισμού. Όχι παράξενο! Η κοινωνία των πολιτών και η αγορά συχνά μας αιφνιδιάζουν με την ικανότητά τους να προωθούν την οικονομική συνεργασία, την ανεκτικότητα, και την αλληλεγγύη.

Χωρίς αυτά χάνουμε όλοι. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ας έρθει να περπατήσει κάποιος στην έρημη πλέον από Τούρκους τουρίστες Θεσσαλονίκη, όπου μέχρι πρότινος χιλιάδες εκδρομείς έρχονταν να επισκεφθούν το σπίτι του Κεμάλ τροφοδοτώντας ταυτόχρονα την οικονομία της πόλης και θα καταλάβει. Ας ρωτήσει επιχειρηματίες και εργαζομένους αν θέλουν αυτό να είναι μόνιμο.

Ζούμε μια σχιζοειδή κατάσταση. Μια χώρα 85 εκατομμυρίων ανθρώπων, που σε τριάντα χρόνια θα πλησιάζει τα 100 εκατομμύρια είναι γείτονάς μας. Αυτοκρατορία για αιώνες αλλά και θύμα της αποικιοκρατίας κουβαλά πολλές ιδιοτροπίες, όπως κι εμείς. Είμαστε κι οι δύο γεννήματα καιρών αγωνίας, αυτοκρατορικών ψυχορραγημάτων, εθνικιστικών φαντασιώσεων και αποικιοκρατικού παροξυσμού. Έχουμε άλυτα ζητήματα με την Ιστορία και τον εαυτό μας. Και μέσα σ’ όλα, γείτονες για αιώνες, με μνήμες κοινές από τόπους και θάλασσες, ίδιες μουσικές και λέξεις, παρεμφερή συναισθήματα πάντα η Κωνσταντινούπολη θα είναι η μητέρα Πόλη μας, η Σαλονίκη η δική τους αδυναμία.

Οι δυτικοί αντιμετωπίζουν «ψυχρά» την Τουρκία ως μια σοβαρή δύναμη και μεγάλη αγορά. Εμείς γιατί δεν προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο; Γιατί πρέπει να έχουμε εθνική στρατηγική το ψυχόδραμα; Να τσακωνόμαστε διαρκώς για βραχονησίδες και για μερικά χιλιόμετρα βυθού, που κανείς δεν ξέρει αν ποτέ θα αξιοποιηθούν. Γιατί ζούμε διαρκώς με μύθους και βέβαια με περίσσεια υποκρισία, για το τι είναι ωφέλιμο και τι όχι στη σχέση μας με την Τουρκία;

Ακούω και διαβάζω περί κινδύνου φινλανδοποίησης της χώρας μας. Για τους μη μυημένους, ο υποτιμητικός όρος αυτός της διεθνούς πολιτικής αναφέρεται στη στάση ευμενούς ουδετερότητας της Φινλανδίας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ουσιαστικά, υποδηλώνει μια κατάσταση διακρατικών σχέσεων στην οποία μια μικρότερη χώρα προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική έναντι μιας γειτονικής μεγαλύτερης υπό τον φόβο πιθανής σύρραξης, από την οποία θα είχε περισσότερα να χάσει. Θα μπορούσα να αναπτύξω εκτενώς γιατί το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου ήταν διαφορετικό από το σημερινό και γιατί η Ελλάδα ως χώρα-μέλος της Ε.Ε. δεν διατρέχει κίνδυνο φινλανδοποίησης. Για την ουσία της συζήτησης όμως θα σηκώσω το γάντι.

Θα φινλανδοποιηθούμε λοιπόν; Μάλιστα! Ε και; Ας κοιτάξουμε τον χάρτη για να αντιληφθούμε τι ακριβώς λέμε. Η μικρή Φινλανδία, που έγινε ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1917, είναι εκεί στη θέση της, ευημερούσα, με υψηλή ποιότητα δημοκρατίας, στη δωδεκάδα των καλύτερων κρατών του κόσμου στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, πάνω από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Για δείξτε μου τώρα εσείς πού είναι η ΕΣΣΔ; Γιατί την ψάχνω στον χάρτη αλλά δεν τη βρίσκω παρά μόνον στα βιβλία Ιστορίας. Ποιος είπατε πως κέρδισε είπαμε;

Αλλά και πέρα από τη γεωπολιτική, εσείς, για παράδειγμα, πού θα θέλατε να ζείτε; Στην «περήφανη» Σοβιετική Ένωση αναμένοντας στις ουρές για κρέας και γάλα, αναζητώντας διαφάνεια και δημοκρατία ή μήπως στη «φινλανδοποιημένη» Φινλανδία; Πού θα θέλατε να είστε εργαζόμενος, συνταξιούχος ή φοιτητής; Στην ΕΣΣΔ ή στη Φινλανδία; Αφήστε, ξέρω την απάντηση, είναι ίδια με τη δική μου. Όταν πρόκειται για τον εαυτό μας είμαστε όλοι ορθολογικοί. Ας κάνουμε το ίδιο και για το έθνος λοιπόν. Η υπερηφάνεια των εθνών βρίσκεται στην ποιότητα ζωής, στους θεσμούς, στο κράτος δικαίου, στις ελευθερίες των πολιτών· όχι στους στόλους και τις στολές. Η φτώχεια φέρνει την εθνική ταπείνωση όχι η οικονομική συνεργασία.

Μπορούμε οι Έλληνες να ανεβούμε βιοτικό επίπεδο; Να γίνουμε Φινλανδοί στην οικονομία, τη Δημοκρατία, την εκπαίδευση, την υγεία; Κι αν αυτά σημαίνουν πως πρέπει να συνεργαστούμε με τον ιδιότροπο γείτονά μας, ας βρούμε τον τρόπο να το κάνουμε.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...