Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένα μήνυμα ότι η Μέση Ανατολή αρχίζει να αμφισβητεί στην πράξη ένα μοντέλο ασφάλειας που επί δεκαετίες είχε στο κέντρο του τις ΗΠΑ.
Στις 13 Αυγούστου, μετά τη συνάντηση στην Jeddah, το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι 15 χώρες είχαν υπογράψει την κοινή δήλωση για την Πολυεθνική Ναυτική Αμυντική Συμμαχία ενώ 13 είχαν ήδη ολοκληρώσει τις εσωτερικές διαδικασίες και ενταχθεί επίσημα.
Η αρχική δημιουργία της συμμαχίας είχε ανακοινωθεί στο Ριάντ στις 30 Ιουλίου, με αποστολή την προστασία της ναυσιπλοΐας, του Bab el-Mandeb, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Aden.
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι Houthi της Υεμένης είχαν προειδοποιήσει τις ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν τα λιμάνια της Σαουδικής Αραβίας, κηρύσσοντας ουσιαστικά ναυτικό αποκλεισμό εναντίον σαουδαραβικών συμφερόντων.
Η απειλή είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζει πραγματικές εμπορικές διαδρομές και μεταφορές πετρελαίου.
Το κρίσιμο όμως ερώτημα δεν είναι αν η νέα συμμαχία θα μπορέσει να εξαφανίσει την απειλή των Houthi.
Πιθανότατα δεν μπορεί.
Το κρίσιμο είναι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως η ασφάλειά τους δεν μπορεί επ' αόριστον να ανατίθεται σε μια υπερδύναμη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, της οποίας οι στρατηγικές προτεραιότητες μεταβάλλονται ανάλογα με τον εκάστοτε Λευκό Οίκο.
Η Υεμένη ως μνημείο αποτυχίας
Η σημερινή κρίση δεν δημιουργήθηκε μέσα σε λίγους μήνες.
Οι ρίζες της βρίσκονται βαθιά στον πόλεμο της Υεμένης.
Η Σαουδική Αραβία επενέβη στρατιωτικά το 2015 επικεφαλής συνασπισμού που επιδίωκε να ανατρέψει τα τετελεσμένα που είχαν δημιουργήσει οι Houthi.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συμμετείχαν αρχικά στον ίδιο άξονα, αλλά σταδιακά Ριάντ και Abu Dhabi — ή, ακριβέστερα, οι κυβερνήσεις των δύο κρατών — στήριξαν διαφορετικές τοπικές δυνάμεις και διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις.
Παρά τον τεράστιο όγκο στρατιωτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκε, οι Houthi δεν εξουδετερώθηκαν.
Αντίθετα, εξελίχθηκαν από τοπικό ένοπλο κίνημα σε δύναμη ικανή να χρησιμοποιεί βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και drones σε αποστάσεις εκατοντάδων ή ακόμη και χιλιάδων χιλιομέτρων.
Με την υποστήριξη του Ιράν και ιδιαίτερα δικτύων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), απέκτησαν δυνατότητες που τους επέτρεψαν να πλήξουν ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και αργότερα να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους προς το Ισραήλ και τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η άτυπη εκεχειρία του 2022 περιόρισε σημαντικά τις μεγάλες μάχες, αλλά δεν έλυσε το βασικό πρόβλημα.
Οι Houthi παρέμειναν στρατιωτικά ισχυροί, πολιτικά εδραιωμένοι και ικανοί να μετατρέπουν τον γεωγραφικό έλεγχο της δυτικής Υεμένης σε μοχλό πίεσης πάνω σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες του κόσμου.
Η αμερικανική ισχύς που δεν έφερε το αποτέλεσμα
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής.
Για δεκαετίες η Ουάσιγκτον οικοδόμησε στη Μέση Ανατολή ένα τεράστιο δίκτυο βάσεων, στρατιωτικών αποστολών, πωλήσεων οπλικών συστημάτων και διμερών εγγυήσεων ασφαλείας.
Το άτυπο αντάλλαγμα ήταν σαφές: οι περιφερειακές μοναρχίες παρέμεναν στενά δεμένες με τις ΗΠΑ και η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν ως ο τελικός εγγυητής της σταθερότητας.
Το πρόβλημα είναι ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικότερη στο να παρεμβαίνει από ό,τι στο να δημιουργεί βιώσιμη πολιτική τάξη.
Από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τη Λιβύη και την Υεμένη, το μοτίβο υπήρξε επαναλαμβανόμενο: συντριπτική τεχνολογική υπεροχή, αεροπορικές επιδρομές, εξουδετέρωση συγκεκριμένων στόχων — και στη συνέχεια ένα περιβάλλον που παραμένει ασταθές ή παράγει νέους αντιπάλους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Operation Rough Rider εναντίον των Houthi.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από τις 15 Μαρτίου έως τις 6 Μαΐου 2025.
Οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν μια εξαιρετικά έντονη εκστρατεία βομβαρδισμών, πλήττοντας ραντάρ, πυραυλικά συστήματα, εγκαταστάσεις και άλλες στρατιωτικές υποδομές.
Κι όμως, το στρατηγικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο περιορισμένο από ό,τι θα υπέθετε κανείς παρακολουθώντας το μέγεθος της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
Οι Houthi υπέστησαν ζημιές, αλλά δεν έχασαν τη δυνατότητα να απειλούν την περιοχή.
Το 2026 εξακολουθούν να διαθέτουν την ικανότητα να επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα και να απειλούν τη Σαουδική Αραβία.
Αυτό από μόνο του αποτελεί δυσάρεστη απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι μαζικοί βομβαρδισμοί μπορούν να αντικαταστήσουν μια συνεκτική πολιτική στρατηγική.
Ακόμη βαρύτερο είναι το ανθρώπινο κόστος.
Το Πεντάγωνο αναγνώρισε φέτος ότι οι αμερικανικές επιδρομές του 2025 στην Υεμένη σκότωσαν τουλάχιστον 153 αμάχους και τραυμάτισαν 243, ενώ ανεξάρτητες καταγραφές της Airwars έδωσαν ακόμη υψηλότερες εκτιμήσεις.
Στα σοβαρότερα περιστατικά περιλαμβάνονταν οι επιδρομές στο Ras Isa και σε κέντρο κράτησης μεταναστών στη Saada.
Είναι δύσκολο να παρουσιαστεί αυτό ως πειστικό μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας.
Ο πόλεμος με το Ιράν επιτάχυνε την αμφισβήτηση
Η ακόμη μεγαλύτερη ανατροπή ήρθε το 2026.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, που άρχισε τον Φεβρουάριο, έχει μετατρέψει τον Περσικό Κόλπο σε πεδίο μεγάλης στρατηγικής αβεβαιότητας.
Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, όμως διατήρησε πυραυλικές και μη επανδρωμένες δυνατότητες και απέδειξε ότι μπορεί να προκαλεί σημαντικές αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές και στις οικονομίες της περιοχής.
Οι χώρες του Κόλπου βρέθηκαν έτσι αντιμέτωπες με ένα παράδοξο.
Για δεκαετίες πλήρωναν τεράστια ποσά για αμερικανικά όπλα και αποδέχονταν αμερικανική στρατιωτική παρουσία με το επιχείρημα ότι αυτή αποτελούσε εγγύηση απέναντι σε έναν μεγάλο περιφερειακό πόλεμο.
Και τελικά ο μεγάλος περιφερειακός πόλεμος ήρθε.
Το Κατάρ έχει ήδη υποστεί σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο και από τα πλήγματα στις ενεργειακές του εγκαταστάσεις, ενώ η κίνηση μέσω των Στενών του Hormuz έχει καταρρεύσει σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευθύνες ανήκουν αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον.
Το Ιράν έχει επιλέξει να απαντήσει στρατιωτικά και οι Houthi έχουν επανειλημμένα επιτεθεί σε εμπορική ναυτιλία και πολιτικές υποδομές.
Οι περιφερειακές κυβερνήσεις έχουν επίσης διαπράξει σοβαρά στρατηγικά λάθη.
Όμως η αμερικανική υπόσχεση ότι μια διαρκώς μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία θα παράγει διαρκώς μεγαλύτερη ασφάλεια μοιάζει σήμερα πολύ λιγότερο πειστική.
Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν δείχνουν τον νέο δρόμο
Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας είναι αποκαλυπτική.
Δεν περιορίστηκε στη ναυτική συμμαχία της Ερυθράς Θάλασσας.
Στις 7 Αυγούστου η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα σημαντική συμφωνία αμοιβαίας άμυνας, σύμφωνα με την οποία επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: η οικονομική ισχύς της Σαουδικής Αραβίας, η μεγάλη στρατιωτική και βιομηχανική βάση της Τουρκίας και το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν συνδέονται σε ένα νέο πλαίσιο αποτροπής.
Δεν πρόκειται ακόμη για αντικατάσταση των ΗΠΑ. Η Σαουδική Αραβία και οι άλλες μοναρχίες του Κόλπου εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστιο αμερικανικό οπλοστάσιο και βαθιά θεσμική συνεργασία με την Ουάσιγκτον.
Πρόκειται όμως για κάτι που ίσως αποδειχθεί ιστορικά σημαντικότερο: διαφοροποίηση.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής αρχίζουν να δημιουργούν επιλογές ώστε στο μέλλον να μη χρειάζεται κάθε κρίση να καταλήγει αυτομάτως σε τηλεφώνημα προς την Ουάσιγκτον και στην άφιξη ακόμη ενός αμερικανικού αεροπλανοφόρου.
Η εποχή της αμερικανικής κηδεμονίας εξαντλείται
Η Μέση Ανατολή δεν χρειάζεται άλλο έναν εξωτερικό κηδεμόνα.
Χρειάζεται περιφερειακούς μηχανισμούς που θα αναγκάζουν τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Ιράν, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και τις μικρότερες χώρες να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλεια του ίδιου τους του περιβάλλοντος.
Αυτό θα είναι δύσκολο, αντιφατικό και πιθανώς γεμάτο αποτυχίες.
Οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν μεταξύ τους βαθιές διαφορές και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα.
Αλλά η εναλλακτική δοκιμάζεται εδώ και δεκαετίες.
Αμερικανικές βάσεις, αεροπλανοφόρα, βομβαρδισμοί, κυρώσεις, αλλαγές καθεστώτων και ατελείωτες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έφεραν τη σταθερή Μέση Ανατολή που υποσχέθηκαν οι αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής.
Το αποτέλεσμα ήταν συχνά ακριβώς το αντίθετο: περισσότεροι εξοπλισμοί, περισσότερες ένοπλες οργανώσεις, βαθύτερος ανταγωνισμός και χώρες που αισθάνονται ότι πρέπει να επιλέξουν πλευρά σε συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων.
Η νέα συμμαχία της Ερυθράς Θάλασσας δεν αποτελεί ακόμη το τέλος της αμερικανικής εποχής.
Είναι όμως ένα ακόμη σημάδι ότι οι περιφερειακές πρωτεύουσες έχουν αρχίσει να διαβάζουν διαφορετικά τον χάρτη.
Και το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η στρατιωτική υπεροχή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατηγική επιτυχία.
Όταν δεκαετίες παρεμβάσεων καταλήγουν τους ίδιους τους συμμάχους σου να αναζητούν εναλλακτικές εγγυήσεις ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους αντιπάλους σου.
Βρίσκεται και στη στρατηγική σου.
www.bankingnews.gr
Στις 13 Αυγούστου, μετά τη συνάντηση στην Jeddah, το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι 15 χώρες είχαν υπογράψει την κοινή δήλωση για την Πολυεθνική Ναυτική Αμυντική Συμμαχία ενώ 13 είχαν ήδη ολοκληρώσει τις εσωτερικές διαδικασίες και ενταχθεί επίσημα.
Η αρχική δημιουργία της συμμαχίας είχε ανακοινωθεί στο Ριάντ στις 30 Ιουλίου, με αποστολή την προστασία της ναυσιπλοΐας, του Bab el-Mandeb, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Aden.
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι Houthi της Υεμένης είχαν προειδοποιήσει τις ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν τα λιμάνια της Σαουδικής Αραβίας, κηρύσσοντας ουσιαστικά ναυτικό αποκλεισμό εναντίον σαουδαραβικών συμφερόντων.
Η απειλή είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζει πραγματικές εμπορικές διαδρομές και μεταφορές πετρελαίου.
Το κρίσιμο όμως ερώτημα δεν είναι αν η νέα συμμαχία θα μπορέσει να εξαφανίσει την απειλή των Houthi.
Πιθανότατα δεν μπορεί.
Το κρίσιμο είναι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως η ασφάλειά τους δεν μπορεί επ' αόριστον να ανατίθεται σε μια υπερδύναμη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, της οποίας οι στρατηγικές προτεραιότητες μεταβάλλονται ανάλογα με τον εκάστοτε Λευκό Οίκο.
Η Υεμένη ως μνημείο αποτυχίας
Η σημερινή κρίση δεν δημιουργήθηκε μέσα σε λίγους μήνες.
Οι ρίζες της βρίσκονται βαθιά στον πόλεμο της Υεμένης.
Η Σαουδική Αραβία επενέβη στρατιωτικά το 2015 επικεφαλής συνασπισμού που επιδίωκε να ανατρέψει τα τετελεσμένα που είχαν δημιουργήσει οι Houthi.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συμμετείχαν αρχικά στον ίδιο άξονα, αλλά σταδιακά Ριάντ και Abu Dhabi — ή, ακριβέστερα, οι κυβερνήσεις των δύο κρατών — στήριξαν διαφορετικές τοπικές δυνάμεις και διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις.
Παρά τον τεράστιο όγκο στρατιωτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκε, οι Houthi δεν εξουδετερώθηκαν.
Αντίθετα, εξελίχθηκαν από τοπικό ένοπλο κίνημα σε δύναμη ικανή να χρησιμοποιεί βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και drones σε αποστάσεις εκατοντάδων ή ακόμη και χιλιάδων χιλιομέτρων.
Με την υποστήριξη του Ιράν και ιδιαίτερα δικτύων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), απέκτησαν δυνατότητες που τους επέτρεψαν να πλήξουν ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και αργότερα να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους προς το Ισραήλ και τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η άτυπη εκεχειρία του 2022 περιόρισε σημαντικά τις μεγάλες μάχες, αλλά δεν έλυσε το βασικό πρόβλημα.
Οι Houthi παρέμειναν στρατιωτικά ισχυροί, πολιτικά εδραιωμένοι και ικανοί να μετατρέπουν τον γεωγραφικό έλεγχο της δυτικής Υεμένης σε μοχλό πίεσης πάνω σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες του κόσμου.
Η αμερικανική ισχύς που δεν έφερε το αποτέλεσμα
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής.
Για δεκαετίες η Ουάσιγκτον οικοδόμησε στη Μέση Ανατολή ένα τεράστιο δίκτυο βάσεων, στρατιωτικών αποστολών, πωλήσεων οπλικών συστημάτων και διμερών εγγυήσεων ασφαλείας.
Το άτυπο αντάλλαγμα ήταν σαφές: οι περιφερειακές μοναρχίες παρέμεναν στενά δεμένες με τις ΗΠΑ και η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν ως ο τελικός εγγυητής της σταθερότητας.
Το πρόβλημα είναι ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικότερη στο να παρεμβαίνει από ό,τι στο να δημιουργεί βιώσιμη πολιτική τάξη.
Από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τη Λιβύη και την Υεμένη, το μοτίβο υπήρξε επαναλαμβανόμενο: συντριπτική τεχνολογική υπεροχή, αεροπορικές επιδρομές, εξουδετέρωση συγκεκριμένων στόχων — και στη συνέχεια ένα περιβάλλον που παραμένει ασταθές ή παράγει νέους αντιπάλους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Operation Rough Rider εναντίον των Houthi.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από τις 15 Μαρτίου έως τις 6 Μαΐου 2025.
Οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν μια εξαιρετικά έντονη εκστρατεία βομβαρδισμών, πλήττοντας ραντάρ, πυραυλικά συστήματα, εγκαταστάσεις και άλλες στρατιωτικές υποδομές.
Κι όμως, το στρατηγικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο περιορισμένο από ό,τι θα υπέθετε κανείς παρακολουθώντας το μέγεθος της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
Οι Houthi υπέστησαν ζημιές, αλλά δεν έχασαν τη δυνατότητα να απειλούν την περιοχή.
Το 2026 εξακολουθούν να διαθέτουν την ικανότητα να επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα και να απειλούν τη Σαουδική Αραβία.
Αυτό από μόνο του αποτελεί δυσάρεστη απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι μαζικοί βομβαρδισμοί μπορούν να αντικαταστήσουν μια συνεκτική πολιτική στρατηγική.
Ακόμη βαρύτερο είναι το ανθρώπινο κόστος.
Το Πεντάγωνο αναγνώρισε φέτος ότι οι αμερικανικές επιδρομές του 2025 στην Υεμένη σκότωσαν τουλάχιστον 153 αμάχους και τραυμάτισαν 243, ενώ ανεξάρτητες καταγραφές της Airwars έδωσαν ακόμη υψηλότερες εκτιμήσεις.
Στα σοβαρότερα περιστατικά περιλαμβάνονταν οι επιδρομές στο Ras Isa και σε κέντρο κράτησης μεταναστών στη Saada.
Είναι δύσκολο να παρουσιαστεί αυτό ως πειστικό μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας.
Ο πόλεμος με το Ιράν επιτάχυνε την αμφισβήτηση
Η ακόμη μεγαλύτερη ανατροπή ήρθε το 2026.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, που άρχισε τον Φεβρουάριο, έχει μετατρέψει τον Περσικό Κόλπο σε πεδίο μεγάλης στρατηγικής αβεβαιότητας.
Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, όμως διατήρησε πυραυλικές και μη επανδρωμένες δυνατότητες και απέδειξε ότι μπορεί να προκαλεί σημαντικές αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές και στις οικονομίες της περιοχής.
Οι χώρες του Κόλπου βρέθηκαν έτσι αντιμέτωπες με ένα παράδοξο.
Για δεκαετίες πλήρωναν τεράστια ποσά για αμερικανικά όπλα και αποδέχονταν αμερικανική στρατιωτική παρουσία με το επιχείρημα ότι αυτή αποτελούσε εγγύηση απέναντι σε έναν μεγάλο περιφερειακό πόλεμο.
Και τελικά ο μεγάλος περιφερειακός πόλεμος ήρθε.
Το Κατάρ έχει ήδη υποστεί σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο και από τα πλήγματα στις ενεργειακές του εγκαταστάσεις, ενώ η κίνηση μέσω των Στενών του Hormuz έχει καταρρεύσει σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευθύνες ανήκουν αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον.
Το Ιράν έχει επιλέξει να απαντήσει στρατιωτικά και οι Houthi έχουν επανειλημμένα επιτεθεί σε εμπορική ναυτιλία και πολιτικές υποδομές.
Οι περιφερειακές κυβερνήσεις έχουν επίσης διαπράξει σοβαρά στρατηγικά λάθη.
Όμως η αμερικανική υπόσχεση ότι μια διαρκώς μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία θα παράγει διαρκώς μεγαλύτερη ασφάλεια μοιάζει σήμερα πολύ λιγότερο πειστική.
Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν δείχνουν τον νέο δρόμο
Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας είναι αποκαλυπτική.
Δεν περιορίστηκε στη ναυτική συμμαχία της Ερυθράς Θάλασσας.
Στις 7 Αυγούστου η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα σημαντική συμφωνία αμοιβαίας άμυνας, σύμφωνα με την οποία επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: η οικονομική ισχύς της Σαουδικής Αραβίας, η μεγάλη στρατιωτική και βιομηχανική βάση της Τουρκίας και το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν συνδέονται σε ένα νέο πλαίσιο αποτροπής.
Δεν πρόκειται ακόμη για αντικατάσταση των ΗΠΑ. Η Σαουδική Αραβία και οι άλλες μοναρχίες του Κόλπου εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστιο αμερικανικό οπλοστάσιο και βαθιά θεσμική συνεργασία με την Ουάσιγκτον.
Πρόκειται όμως για κάτι που ίσως αποδειχθεί ιστορικά σημαντικότερο: διαφοροποίηση.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής αρχίζουν να δημιουργούν επιλογές ώστε στο μέλλον να μη χρειάζεται κάθε κρίση να καταλήγει αυτομάτως σε τηλεφώνημα προς την Ουάσιγκτον και στην άφιξη ακόμη ενός αμερικανικού αεροπλανοφόρου.
Η εποχή της αμερικανικής κηδεμονίας εξαντλείται
Η Μέση Ανατολή δεν χρειάζεται άλλο έναν εξωτερικό κηδεμόνα.
Χρειάζεται περιφερειακούς μηχανισμούς που θα αναγκάζουν τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Ιράν, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και τις μικρότερες χώρες να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλεια του ίδιου τους του περιβάλλοντος.
Αυτό θα είναι δύσκολο, αντιφατικό και πιθανώς γεμάτο αποτυχίες.
Οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν μεταξύ τους βαθιές διαφορές και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα.
Αλλά η εναλλακτική δοκιμάζεται εδώ και δεκαετίες.
Αμερικανικές βάσεις, αεροπλανοφόρα, βομβαρδισμοί, κυρώσεις, αλλαγές καθεστώτων και ατελείωτες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έφεραν τη σταθερή Μέση Ανατολή που υποσχέθηκαν οι αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής.
Το αποτέλεσμα ήταν συχνά ακριβώς το αντίθετο: περισσότεροι εξοπλισμοί, περισσότερες ένοπλες οργανώσεις, βαθύτερος ανταγωνισμός και χώρες που αισθάνονται ότι πρέπει να επιλέξουν πλευρά σε συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων.
Η νέα συμμαχία της Ερυθράς Θάλασσας δεν αποτελεί ακόμη το τέλος της αμερικανικής εποχής.
Είναι όμως ένα ακόμη σημάδι ότι οι περιφερειακές πρωτεύουσες έχουν αρχίσει να διαβάζουν διαφορετικά τον χάρτη.
Και το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η στρατιωτική υπεροχή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατηγική επιτυχία.
Όταν δεκαετίες παρεμβάσεων καταλήγουν τους ίδιους τους συμμάχους σου να αναζητούν εναλλακτικές εγγυήσεις ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους αντιπάλους σου.
Βρίσκεται και στη στρατηγική σου.
www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου