Στην αρχή, όλα έμοιαζαν πιθανά. Ο Κασσελάκης ήταν ένα πρόσωπο φρέσκο, άφθαρτο, με ισχυρή δημοφιλία και απήχηση πέρα από τα στενά όρια της παραδοσιακής Αριστεράς. Η εικόνα του πολιτικού που δεν προερχόταν από τον κομματικό σωλήνα, που μιλούσε απλά, που κινούνταν στον δρόμο και όχι στα τηλεοπτικά πάνελ, λειτούργησε ως ισχυρός μαγνήτης. Υπήρχε κοινωνική αποδοχή, περιέργεια, ακόμη και προσδοκία.

Όμως αυτή η δημοφιλία δεν μετατράπηκε ποτέ σε πολιτικό κεφάλαιο με διάρκεια. Δεν μετασχηματίστηκε σε σαφές πρόγραμμα, σε σταθερή κοινωνική συμμαχία, σε οργανωμένη βάση. Το Κίνημα Δημοκρατίας έμεινε εγκλωβισμένο στο αρχικό σοκ και στη συναισθηματική φόρτιση της ρήξης με τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να καταφέρει να περάσει στη φάση της συγκρότησης.
Εξ αρχής, η πολιτική του κατεύθυνση ήταν –ή τουλάχιστον έτσι παρουσιάστηκε– κεντροαριστερή. Ένα εγχείρημα που φιλοδοξούσε να ανασυνθέσει τον προοδευτικό χώρο, απευθυνόμενο σε ψηφοφόρους απογοητευμένους από την παραδοσιακή Αριστερά, αλλά και σε πολίτες που δεν ένιωθαν εκπροσωπούμενοι από το σημερινό πολιτικό δίπολο. Στην πορεία, όμως, αυτή η κατεύθυνση άρχισε να θολώνει επικίνδυνα.

Δηλώσεις και υπαινιγμοί περί πιθανής συνεργασίας ακόμη και με τη Νέα Δημοκρατία λειτούργησαν αποδιαρθρωτικά. Όχι μόνο μπέρδεψαν το πολιτικό στίγμα του κόμματος, αλλά ακύρωσαν και το βασικό του αφήγημα: Ότι αποτελεί μια σαφή προοδευτική εναλλακτική. Για ένα κόμμα που προσπαθεί να επιβιώσει κάτω από το όριο του 3%, η απώλεια ιδεολογικής καθαρότητας δεν είναι πολυτέλεια – είναι υπαρξιακό ρίσκο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν ήταν μόνο ιδεολογικό. Ήταν οργανωτικό και δομικό. Ο Στέφανος Κασσελάκης δεν κατάφερε να επιλέξει –ή να επιβάλει– ένα σαφές μοντέλο κόμματος. Το Κίνημα Δημοκρατίας δεν έγινε ούτε ένα πραγματικά αμεσοδημοκρατικό εγχείρημα, με ξεκάθαρους κανόνες συμμετοχής και λήψης αποφάσεων, ούτε ένας σφιχτός, πειθαρχημένος πολιτικός οργανισμός.
Αντίθετα, αιωρήθηκε ανάμεσα σε ένα αρχηγικό σχήμα, όπου το πρόσωπο του ηγέτη λειτουργούσε ως βασικός συνεκτικός κρίκος, και σε μια άναρχη δομή χωρίς σαφείς ρόλους, ιεραρχία και διαδικασίες. Άλλοτε έμοιαζε με λέσχη διαδρομιστών, βασισμένη περισσότερο στην προσωπική κινητοποίηση και στο συμβολικό ακτιβιστικό στοιχείο, και άλλοτε με κακέκτυπο παλαιών αριστερών κομμάτων, χωρίς όμως την οργανωτική εμπειρία, τη συλλογική μνήμη και τη συνοχή τους.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δομική αδυναμία, ο Κασσελάκης εισήγαγε κάτι πραγματικά νέο: Έναν έντονο ακτιβισμό και μια αυθεντική επαφή με τον κόσμο. Η φυσική παρουσία, η άμεση επικοινωνία, η σωματική και συναισθηματική έκθεση λειτούργησαν αρχικά ως πολιτικό πλεονέκτημα. Αλλά χωρίς στρατηγικό βάθος και οργανωτική συνέχεια, ακόμη και ο πιο ειλικρινής ακτιβισμός εξαντλείται.

Σήμερα, οι αποχωρήσεις στελεχών και βουλευτών, όπως της Μάλαμα και του Αυλωνίτη, δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια. Είναι συμπτώματα ενός κόμματος που δεν κατάφερε να στεριώσει – ή τουλάχιστον να έχει την πορεία που φανταζόταν. Με αρκετά ακόμη στελέχη «υπ’ ατμόν» και τις δημοσκοπήσεις να το καθηλώνουν σταθερά κάτω από το 3%, το επικείμενο συνέδριο δεν έχει χαρακτήρα επανεκκίνησης. Έχει χαρακτήρα επιβίωσης.
Από το Γκάζι της ρήξης, στο φρένο της πραγματικότητας: Το Κίνημα Δημοκρατίας γεννήθηκε με όνειρα και μεγάλες φιλοδοξίες. Το συνέδριο που έρχεται δεν θα κρίνει αν μπορεί να αλλάξει τον πολιτικό χάρτη. Θα κρίνει αν μπορεί απλώς να συνεχίσει να υπάρχει ως πολιτικός οργανισμός.
Διαβάστε επίσης:
Συνάντηση Μητσοτάκη με τη Γαλλίδα υπουργό Άμυνας – Στο επίκεντρο η ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου