Η Διαμαντοπούλου ως «Λοβέρδος 27» και ένα ΠΑΣΟΚ εγκλωβισμένο στο αντιΤσιπρικό μέτωπο – 10 βασικές παραδοχές

 Μερικές βασικές παραδοχές για την κατάσταση του ΠΑΣΟΚ.
Πρώτη παραδοχή:

Το ΠΑΣΟΚ εδώ και πέντε χρόνια, από την εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του δηλαδή, έχει διαμορφώσει σε γενικές γραμμές ένα στίγμα κεντρώου κόμματος,

με μετριοπαθείς, μεταρρυθμιστικές θέσεις, που θέλει να ασκεί «υπεύθυνη» και «σοβαρή» αντιπολίτευση, δίχως κορώνες, αλλά με προτάσεις και επίσης ακολουθώντας μία τακτική, κατά τεκμήριο «διμέτωπου».

Όλα αυτά, με τον τρόπο που τα άσκησε – πολλές φορές αμφιλεγόμενα και θολά – πήραν το 2023 ποσοστό 11% και στις ευρωεκλογές του 2024 ποσοστό 12%. Μάλιστα στις τελευταίες κάλπες, το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να πάρει πόντο από τον ημιδιαλυμένο ΣΥΡΙΖΑ του Στέφανου Κασσελάκη.

Παραδοχή Δεύτερη:

Τον Οκτώβριο του 2024 το ΠΑΣΟΚ σε μία διαδικασία βαθιάς ενδοσκόπησης, στα όρια της ψυχανάλυσης και του ψυχεδελισμού, αποφάσισε ότι δεν είχε πρόβλημα ηγεσίας και επέλεξε να προχωρήσει και στη συνέχεια με τον Νίκο Ανδρουλάκη. Είχε μεν μία δημοσκοπική έξαρση το πρώτο δίμηνο τότε, αλλά δεν έκανε τη γενναία κίνηση να στραφεί προς τον κόσμο (και τα μέλη και τα στελέχη ναι) του ΣΥΡΙΖΑ που διαλυόταν, αλλά επέμεινε στο στείρο και κάπως… εκδικητικό ότι «δεν θα καλέσουμε πίσω όσους μας πλήγωσαν». Αποτέλεσμα; Γρήγορα επανήλθε σε μία περιοχή 12%-14%, εμφανίζοντας μία… αξιοπερίεργη προσήλωση στη στασιμότητα – κατάσταση που προκάλεσε την περίφημη δήλωση του Παύλου Γερουλάνου για την ακούνητη βελόνα.

Παραδοχή Τρίτη:

Ο χώρος της κεντροδεξιάς είναι κατειλημμένος με τρόπο αδιαμφισβήτητο, – ακόμα και μετά τις ευρωεκλογές, στις οποίες η ΝΔ έπεσε στο 28,5% -, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση της ΝΔ ψηφοφόροι κινούνται εδώ και δύο χρόνια προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση, εκτός από αυτή του ΠΑΣΟΚ.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν κατάφερε να κερδίσει τη γαλάζια φθορά στις ευρωκάλπες του 2024, ενώ έκτοτε το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει επ’ ουδενί να εισπράττει από τις κυβερνητικές απώλειες, παρότι ενίσχυσε τη δεξιά του πτέρυγα με την προσθήκη (μεταγραφή ουσιαστικά) της Άννας Διαμαντοπούλου.

Ακόμα και με την πρώην κοινοτική επίτροπο ως Νούμερο 2 – σε μία εμφανή κίνηση να «τσιμπήσουν» απογοητευμένοι της ΝΔ -, το ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να κερδίσει κεντροδεξιούς, κεντρώους ή πασοκογενείς ψηφοφόρους, που είχαν προτιμήσει Μητσοτάκη το 2023, αλλά στο μεταξύ γύρισαν την πλάτη στην κυβέρνηση.

Άρα, το αδυσώπητο ερώτημα είναι γιατί να το πράξουν τώρα και ιδίως πάνω από την επερχόμενη κάλπη, όταν μάλιστα το ΠΑΣΟΚ δείχνει να έχει χάσει την δεύτερη θέση.

Παραδοχή Τέταρτη:

Υπό την έννοια της παραπάνω παραδοχής είναι απορίας άξιον πώς ελπίζει ακόμα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ότι θα κερδίσει κεντροδεξιούς και κεντρώους ψηφοφόρους. Ο Μητσοτάκης απευθύνεται προνομιακά σε αυτό το κοινό και μπορεί να του προσφέρει «σταθερότητα» και «κυβερνητική προοπτική».

Επιπλέον εκεί υπάρχουν πλέον άλλοι υποδοχείς των δυσαρεστημένων, όπως η Καρυστιανού, ενώ ετοιμάζεται και ο Αντώνης Σαμαράς.  Το παιχνίδι για το ΠΑΣΟΚ είναι φανερό ότι δεν παίζεται σε αυτόν τον χώρο. Όποιος θέλει να τιμωρήσει τον Μητσοτάκη θα πάει σε αυθεντικές εκφράσεις. Όχι σε ένα κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει αύριο με τον Μητσοτάκη ή έστω σε ένα κόμμα που δεν έχει προοπτική διακυβέρνησης.

Με απλά λόγια το ΠΑΣΟΚ κακώς περιμένει ότι δυσαρεστημένοι του Μητσοτάκη θα επιστρέψουν σε αυτό  ή θα το προτιμήσουν για να τιμωρήσουν τον Μητσοτάκη.

Ήτοι σε λάθος κατεύθυνση κοιτούσε όλο αυτόν τον καιρό και σε λάθος κατεύθυνση κοιτάζει.

Παραδοχή Πέμπτη: 

Το συνέδριο δεν έδωσε την παραμικρή λύση στο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα αναλώθηκε σε μάχη μηχανισμών και σε προσωπικές στρατηγικές για την επόμενη ημέρα με καταγραφές συσχετισμών, μήπως και αναδειχθούν νέοι δελφίνοι, (παράδειγμα ο Χριστοδουλάκης) που θα γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.

Η δε απόφαση για αποκλεισμό κάθε συνεργασίας με τη ΝΔ μετεκλογικά και αναζήτηση συνεργασιών για προοδευτική διακυβέρνηση ήταν υποκριτική για ένα μέρος του κόμματος και εντελώς απορριπτέα για ένα άλλο (Διαμαντοπούλου).

Κανείς δεν πιστεύει ότι η ηγεσία μπορεί να υπηρετήσει το διακύβευμα αυτό ή ότι θα ηγηθεί στο χώρο της κεντροαριστεράς. Είτε διότι δεν μπορεί, είτε διότι το μισό ΠΑΣΟΚ συγκυβερνά σε επιμελητήρια, δήμους και άλλα φόρα με τη ΝΔ. Και σε αυτή τη λογική, το «δεξιόστροφο» κομμάτι έχει στο μυαλό του πώς θα συγκυβερνήσει με τη ΝΔ. 

Παραδοχή Έκτη

Η ιδέα ότι κλείνουμε το μάτι στη ΝΔ για να μην φύγουν δεξιόστροφοι ψηφοφόροι είναι φενάκη. Πρόκειται για καταστροφική αυταπάτη, στηριγμένη στο οπορτουνιστικό σκεπτικό ότι «τους κάνουμε να πιστεύουν πως θα πάμε με τη ΝΔ και έτσι δεν θα έχουν λόγο να πάνε μόνοι τους, αφού τους λέμε ότι θα το διαπραγματευτούμε όλοι μαζί».

Η τακτική αυτή οδηγεί μαθηματικά στο εξής σκηνικό: Οι δεξιόστροφοι δεν έχουν ανάγκη κάποιον «οδηγό» να τους πάει στη ΝΔ. Πηγαίνουν και μόνοι τους, ειδικά μόλις «σφίξουν» τα πράγματα και τα διλήμματα. Είναι κυρίως οι οπαδοί της Διαμαντοπούλου, που όπως και οι οπαδοί του Λοβέρδου το 2023 πήγαν μόνοι τους στη ΝΔ – στερώντας από τον Λοβέρδο την εκλογή του – θα πάνε απευθείας στον Μητσοτάκη, είτε από τις πρώτες, είτε στις δεύτερες εκλογές.

Και από την άλλη, επειδή το ΠΑΣΟΚ θα εμφανίζεται δυνητικός εταίρος της ΝΔ, θα του φεύγουν προς τα αριστερά (Τσίπρα κλπ) οι σκληροί αντιδεξιοί.

Παραδοχή έβδομη:

Καταδικασμένο το ΠΑΣΟΚ να κυνηγάει τη δεύτερη θέση από τον Τσίπρα έχει δύο δρόμους:

  • Ή να εμφανιστεί ότι πάει να λειτουργήσει ως συμπλήρωμα στη ΝΔ και άρα να αφήσει τον Τσίπρα να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά στην κεντροαριστερά.
  • Ή να γίνει κήρυκας της προοδευτικής διακυβέρνησης, ώστε να αναδειχθεί ως εγγυητής και καταλύτης μίας τέτοιας προοπτικής, κερδίζοντας τους ψηφοφόρους, που θέλουν να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και βεβαίως κερδίζοντας τον Τσίπρα ακριβώς σε αυτό, ότι εκείνο θέλει αλλαγή και εκείνος προσωπική δικαίωση.

Α, και έναν τρίτο δρόμο. Να (αυτό)ευνουχιστεί προληπτικά λέγοντας ότι θέλει να κάνει παρέα στο ΚΚΕ στην αντιπολίτευση.

Παραδοχή όγδοη:

Ο πραγματικός λόγος της τελευταίας δημόσιας σύγκρουσης στο ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά απλός.

Η Άννα Διαμαντοπούλου έχει αντιληφθεί ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει το μέλλον που η ίδια πίστεψε ότι θα έχει όταν επέστρεφε στο αυτό. Έχει αντιληφθεί επίσης ότι κινδυνεύει να μην βγει καν βουλευτής – ειδικά εάν οι οπαδοί της που μισούν τον Τσίπρα και ψηφίζουν στο Νότιο Τομέα της Αθήνας θα προτιμήσουν να ψηφίσουν τον Ανδρέα Λοβέρδο και τη ΝΔ παρά το ΠΑΣΟΚ και την ίδια. Προφανώς η ίδια δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ποτέ τον εαυτό της να συνεργάζεται με τον Τσίπρα ή οποιονδήποτε άλλο αριστερό.

Η Άννα Διαμαντοπούλου ποτέ δεν έκρυψε τον σχεδόν θαυμασμό της για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έστω τον… «πρώιμο», της περιόδου 2016-2023. Αλλά και τον «ύστερο», της περιόδου 2023-2026 (και 2027 πιθανόν), δεν έχει πρόβλημα να τον επαινέσει δημοσίως.

Γι’ αυτό και προετοιμάζει το έδαφος είτε της ηρωικής εξόδου στην πρώτη κρίσιμη στροφή, είτε της συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ μετεκλογικά. Αυτό μπορεί να υπηρετήσει, αυτό πιστέψει, αυτό την διασώζει πολιτικά και αυτό προσπαθεί.

Ο Χάρης Δούκας από την άλλη, πιστεύει στην προοδευτική διακυβέρνηση και δεν φαντάζεται το ΠΑΣΟΚ να συνεργάζεται με τη ΝΔ – εξ ου και ζήτησε από το συνέδριο καθαρή απάντηση και την πήρε.

Βλέπει ότι όσο το ΠΑΣΟΚ φλερτάρει με τη ΝΔ, έστω έμμεσα, έστω υπαινικτικά, θα γίνεται ευάλωτο στην πίεση από τον Τσίπρα, που ξέρει να πλασάρει γνήσιο και μασίφ αντιμητσοτακισμό.

Εκτιμά ότι εάν το ΠΑΣΟΚ δεν εμφανίσει καθαρή εναλλακτική για τη διακυβέρνηση – με συνεργασίες, οι οποίες προφανώς αφορούν και έναν εκ των βασικών εκφραστών του προοδευτικού χώρου, τον Τσίπρα – θα δυσκολεύεται να αυξήσει την απήχησή του. 

Εξ ου και διατυπώνει πρόταση για συγκλίσεις στον προοδευτικό χώρο, που είναι μία επιθετική και όχι αμυντική τακτική. 

Μόνο που οι δύο κατευθύνσεις που βλέπουν η Διαμαντοπούλου και ο Δούκας είναι εντελώς αντίθετες.

Παραδοχή ένατη:

Το ΠΑΣΟΚ είναι εγκλωβισμένο ακόμα στη λογική του «αντιΣΥΡΙΖΑ» μετώπου, που στο βάθος είναι «αντιΤσίπρα» μέτωπο, ναι.

Αλλά αυτό το μέτωπο είναι της περασμένης δεκαετίας και ωφέλησε αποκλειστικά μόνο έναν, τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η εμμονή σε διμέτωπο – ενίοτε και μονομέτωπο κατά του Τσίπρα – δεν ευνοεί το ΠΑΣΟΚ, ούτε πλήττει τον Τσίπρα πλέον. Ευνοεί μόνο τον Μητσοτάκη.

Η αναπροσαρμογή, η προσκόλληση σε παλαιά σχήματα, είναι όμως καταστροφική.

Ενίοτε δε στερείται και ιστορικής μνήμης: Ακόμα και το 1990 ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός συνεργάστηκαν στις μονοεδρικές για να σταματήσουν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Πιθανόν το ΠΑΣΟΚ υπέστη έναν ιδιότυπο μιθριδατισμό, συμπλέοντας (ολόκληρο για δύο χρόνια και ένα μέρος του για περισσότερα) με τη ΝΔ.

Και τώρα κινδυνεύει να πάει όχι από δηλητήριο, αλλά από σπαθί.

Παραδοχή δέκατη:

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ άργησε να αντιληφθεί το ιστορικό δίλημμα. Πίστευε ότι η κυβέρνηση θα είχε την τύχη του ώριμου φρούτου – ακριβώς το λάθος που έκανε ο Τσίπρας το 2019-2023 δηλαδή.

Πίστευε επίσης πως θα κάλυπτε εκείνο, το κενό που άφησε ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ στον προοδευτικό χώρο. Μόνο που δεν μπορούσε ούτε έναν «νέο Τσίπρα» – με την καλή έννοια, τη χαρισματική εκδοχή – να παρουσιάσει ούτε το ίδιο να γίνει το ριζοσπαστικό κίνημα που ήθελε η κοινωνία, απέναντι στη ΝΔ.

Υποεκτίμησε και τον Μητσοτάκη και τον Τσίπρα τελικά.

Και τώρα ή κάποια στιγμή σύντομα θα πρέπει να κάνει κάτι, που απέφυγε πεισματικά και αμήχανα επί χρόνια: Να διαλέξει τι θέλει να κάνει και τι θέλει να γίνει, με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Διαβάστε επίσης:

Νέα «καρφιά» Μαρινάκη για Σαμαρά: Δεν είναι ευρωβουλευτής για να στηρίξει την έκθεση για την Τουρκία

Ο Τσίπρας στην Πράσινη Γραμμή – Τι λέει για την επίλυση του Κυπριακού

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...