Σε δυσθεώρητα επίπεδα έχει εκτοξευθεί το ιδιωτικό χρέος στη χώρα μας, με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) να το υπολογίζει στα 417 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 από 395 δισ. ένα χρόνο πριν, αντιστοιχώντας πλέον στο 168% του ΑΕΠ.
Το εν λόγω χρέος αφορά στις συνολικές οφειλές νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς τράπεζες, διαχειριστές δανείων (servicers), εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.
Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, φθάνοντας τα 237,8 δισ. ευρώ, με σχεδόν το 70% να αφορά χρέη προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ.
Σύμφωνα με την έκθεση, η αύξηση του συνολικού ιδιωτικού χρέους οφείλεται τόσο στην ενίσχυση των εξυπηρετούμενων τραπεζικών πιστώσεων όσο και στη συνεχιζόμενη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς το Δημόσιο.
Το συνολικό ύψος των δανείων ανήλθε στα 251,9 δισ. ευρώ, με βασικό μοχλό τα επιχειρηματικά δάνεια, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν σταθεροποιηθεί περίπου στο 30% του συνόλου των δανείων.
Αξιοσημείωτο είναι ότι πλέον περίπου το 92% των μη εξυπηρετούμενων δανείων βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers),
γεγονός που αποτυπώνει τη μεταφορά του προβλήματος εκτός των τραπεζικών
ισολογισμών χωρίς όμως να έχει εξαφανιστεί από την πραγματική
οικονομία.
Ανάπτυξη μεγαλύτερη από την Ευρωζώνη, αλλά όχι χωρίς προβλήματα
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι μόλις 0,3% στην Ευρωζώνη, με κινητήριες δυνάμεις τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και τις εξαγωγές.
Ωστόσο,
η εικόνα κάθε άλλο παρά ανέφελη είναι. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει
αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω της αύξησης των ενεργειακών
τιμών, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα όπως ο
υψηλός δομικός πληθωρισμός, η περιορισμένη αποταμίευση των νοικοκυριών
και το επίμονα υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.
Η στεγαστική κρίση παραμένει
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αγορά ακινήτων, η οποία συνεχίζει να κινείται ανοδικά.
Οι
τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν εκ νέου κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026,
με τις κατοικίες ενός υπνοδωματίου να εμφανίζουν αυξήσεις της τάξης του
5% έως 8%, εξέλιξη που στηρίζεται τόσο στην ισχυρή επενδυτική ζήτηση όσο
και στις αυξημένες ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων.
Την ίδια στιγμή, όμως, το πρόβλημα της προσιτής κατοικίας γίνεται ολοένα εντονότερο, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές και στα ενοίκια υπερβαίνουν σημαντικά την αύξηση των εισοδημάτων.
Οι
εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων παρουσιάζουν επιτάχυνση, παραμένουν
όμως σε χαμηλά επίπεδα, ενώ οι πλειστηριασμοί ακινήτων επιβραδύνθηκαν
οριακά κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους.
Οι προκλήσεις δεν έχουν εξαφανιστεί
Η
έκθεση του ΙΟΒΕ έρχεται ουσιαστικά να επιβεβαιώσει ότι, παρά τη
βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών, οι βαθύτερες αδυναμίες
της ελληνικής οικονομίας παραμένουν.
Η χώρα έχει ανακτήσει την
επενδυτική βαθμίδα, δανείζεται με ευνοϊκότερους όρους και εμφανίζει
υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ωστόσο, η
πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να είναι η
χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, η παραγωγικότητα υπολείπεται του
ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα και η γήρανση του
πληθυσμού επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Παράλληλα,
το παραγωγικό μοντέλο εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην
ιδιωτική κατανάλωση, τον τουρισμό, την αγορά ακινήτων και τις εισροές
ευρωπαϊκών πόρων, χωρίς να έχει επιτευχθεί ακόμη η ουσιαστική μετάβαση
προς μια οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας και μεγαλύτερης
εξωστρέφειας.
Η ανάπτυξη εξακολουθεί να βασίζεται στην κατανάλωση
Όπως
είχε γράψει το ΒΝ σε προηγούμενα άρθρα, το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο
δεν έχει αλλάξει όσο συχνά παρουσιάζεται. Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών
στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, στον τουρισμό, στην αγορά
ακινήτων και στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αντίθετα, η
μεταποίηση εξακολουθεί να συμμετέχει με σχετικά μικρό ποσοστό στο ΑΕΠ,
ενώ οι εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας παραμένουν περιορισμένες.
Με απλά λόγια, η οικονομία εξακολουθεί να παράγει σχετικά λίγα από αυτά που καταναλώνει.
Η περιφέρεια αδειάζει
Ενώ
η Αθήνα και ορισμένοι τουριστικοί προορισμοί αναπτύσσονται, μεγάλο
μέρος της ελληνικής περιφέρειας ακολουθεί αντίθετη πορεία.
Η Δυτική
Μακεδονία, η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η Θεσσαλία μετά
τις φυσικές καταστροφές, αλλά και δεκάδες ορεινοί δήμοι χάνουν συνεχώς
πληθυσμό.
Σχολεία κλείνουν. Καλλιέργειες εγκαταλείπονται. Μικρές επιχειρήσεις εξαφανίζονται.
Η ανάπτυξη γίνεται ολοένα πιο συγκεντρωμένη γεωγραφικά, δημιουργώντας μια οικονομία δύο ταχυτήτων.
Η στεγαστική κρίση απορροφά το διαθέσιμο εισόδημα
Ένας ακόμη δείκτης που σπάνια συζητείται είναι το κόστος στέγασης.
Τα
τελευταία χρόνια οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων αυξήθηκαν με
ρυθμούς πολλαπλάσιους της αύξησης των μισθών. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει
δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα, ιδιαίτερα για τα νέα νοικοκυριά.
Δεν
είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρώπης όπου το
μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση.
Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερο της Ευρώπης
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη.
Ωστόσο,
η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην
Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η βιωσιμότητά του βασίζεται σήμερα
κυρίως στη μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής, στα χαμηλά επιτόκια των
ευρωπαϊκών δανείων και στους υψηλούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης.
Δεν πρόκειται για πρόβλημα που έχει εξαφανιστεί.
Οι επενδύσεις δεν αλλάζουν ακόμη το παραγωγικό μοντέλο
Η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί αναμφίβολα θετικό στοιχείο.
Το
ερώτημα όμως είναι ποιες επενδύσεις πραγματοποιούνται. Μεγάλο μέρος των
ξένων κεφαλαίων εξακολουθεί να κατευθύνεται σε ακίνητα, ξενοδοχεία,
τουρισμό και εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων.
Οι επενδύσεις στη
βιομηχανία, στην έρευνα, στις νέες τεχνολογίες και στην καινοτομία
εξακολουθούν να υπολείπονται εκείνων που απαιτούνται ώστε να αλλάξει
πραγματικά το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας.
www.bankingnews.gr
Βόμβα για την ελληνική οικονομία το ιδιωτικό χρέος, εκτοξεύθηκε στα 417 δισ. ευρώ ή 168% του ΑΕΠ - Ασφυξία σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να είναι η
χαμηλότερη στην ΕΕ, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει από τα
υψηλότερα στην Ευρώπη, η παραγωγικότητα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου
όρου, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα και η γήρανση του πληθυσμού
επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου