Η αφόρητη λούπα των ελληνικών εκλογών: Παροχές, σταθερότητα και κινδυνολογία απέναντι σε επικοινωνία, ηθικολογία και… ώριμο φρούτο

 Με τη χώρα να εισέρχεται στην πραγματικότητα από αύριο σε μακρά προεκλογική περίοδο – υπό την έννοια ότι οι κάλπες θα στηθούν αυτή τη… σεζόν, είτε νωρίς, είτε τον Μάιο του 2027 – κόμματα και πολίτες… λαμβάνουν θέσεις. Θέσεις σε ένα έργο που μάλλον δεν είναι ακριβώς καινούργιο. Αν κάποιος παρακολουθούσε τις ελληνικές εκλογές των τελευταίων δεκαετιών χωρίς να γνωρίζει ημερομηνίες και πρωταγωνιστές, σε αρκετές περιπτώσεις θα δυσκολευόταν να καταλάβει ποια ακριβώς αναμέτρηση βλέπει.

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι αρχηγοί εναλλάσσονται, οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά η προεκλογική συνταγή εμφανίζει μια εντυπωσιακή αντοχή στον χρόνο.

Από τη μία πλευρά, η εκάστοτε κυβέρνηση ανακαλύπτει συνήθως στην τελική ευθεία προς τις κάλπες τον διαθέσιμο «δημοσιονομικό χώρο», θυμάται κοινωνικές ομάδες που επί χρόνια αισθάνονταν ξεχασμένες και επιχειρεί να μετατρέψει οικονομικές παροχές σε πολιτικό επιχείρημα. Δίπλα στις παροχές έρχεται σχεδόν πάντα η επίκληση της «σταθερότητας». Και όταν ούτε αυτή θεωρείται αρκετή, επιστρατεύεται η κινδυνολογία: τι θα συμβεί εάν η χώρα αλλάξει κυβέρνηση, εάν ανατραπεί η υπάρχουσα πορεία, εάν έρθουν «οι άλλοι».

Απέναντι, η αντιπολίτευση πέφτει συχνά στη δική της εξίσου προβλέψιμη παγίδα. Επενδύει υπερβολικά στην επικοινωνία, στην ηθική καταγγελία της κυβέρνησης, στα σκάνδαλα και στην πεποίθηση ότι η συσσωρευμένη φθορά αρκεί κάποια στιγμή για να ρίξει την εξουσία σαν… ώριμο φρούτο.

Και κάπως έτσι φτάνουμε ξανά και ξανά στην ίδια αφόρητη λούπα.

Το προεκλογικό «δώσε» και ο φόβος της περιπέτειας

Οι κυβερνήσεις διαθέτουν ένα πλεονέκτημα που εξ ορισμού καμία αντιπολίτευση δεν μπορεί να έχει: κυβερνούν. Μπορούν επομένως να νομοθετήσουν, να μοιράσουν, να εξαγγείλουν, να διορθώσουν αδικίες – πραγματικές ή εκλογικά χρήσιμες – και κυρίως να επιλέξουν τον χρόνο κατά τον οποίο θα το κάνουν.

Το μοτίβο δεν αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα. Στην Ελλάδα, όμως, έχει αποκτήσει σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αυξάνονται οι υποσχέσεις για αυξήσεις, επιδόματα, φοροελαφρύνσεις, ενισχύσεις και «ανάσες». Πράγματα που μπορεί να είναι απολύτως αναγκαία για μια κοινωνία πιεσμένη από την ακρίβεια και το κόστος ζωής, αλλά των οποίων η χρονική συγκυρία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά ουδέτερη.

Και μετά έρχεται η «σταθερότητα».

Η λέξη λειτουργεί ως το ισχυρότερο όπλο κάθε κυβέρνησης που έχει κουραστεί να υπόσχεται ότι θα αλλάξει τη χώρα και αρχίζει να ζητά από τους πολίτες να φοβηθούν μήπως αλλάξει.

«Μπορεί να μην είναι όλα καλά, αλλά ξέρετε τι έχετε». «Μην επιστρέψουμε στην αβεβαιότητα». «Μην μπλέξει η χώρα σε περιπέτειες».

Η σταθερότητα παύει έτσι να είναι πολιτικό ζητούμενο και μετατρέπεται σε φόβο απέναντι στην αλλαγή.

Και απέναντι περιμένουν το… ώριμο φρούτο

Το πρόβλημα είναι ότι η αντιπολίτευση συχνά διευκολύνει αυτή τη στρατηγική.

Αντί να αναγκάζει την κυβέρνηση να αναμετρηθεί σε ένα καθαρό πεδίο πολιτικών επιλογών, πολλές φορές θεωρεί ότι αρκούν η κυβερνητική φθορά, τα σκάνδαλα, οι αστοχίες και η κοινωνική δυσαρέσκεια.

Ασφαλώς η διαφάνεια, το κράτος δικαίου, η λογοδοσία και η πολιτική ηθική δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι θεμέλια μιας δημοκρατίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η καταγγελία υποκαθιστά την πολιτική πρόταση.

Όταν το μήνυμα γίνεται περισσότερο «δείτε πόσο κακοί είναι αυτοί» και λιγότερο «δείτε συγκεκριμένα τι διαφορετικό θα κάνουμε εμείς».

Τότε εμφανίζεται και η θεωρία του ώριμου φρούτου: η πεποίθηση ότι μια κυβέρνηση που φθείρεται θα πέσει περίπου από μόνη της. Η ελληνική πολιτική ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι αυτό δεν συμβαίνει. Οι κυβερνήσεις δεν χάνουν υποχρεωτικά επειδή φθείρονται. Χάνουν όταν απέναντί τους εμφανίζεται μια εναλλακτική λύση την οποία επαρκής αριθμός πολιτών θεωρεί ασφαλή, αξιόπιστη και καλύτερη.

Η μεγάλη απουσία: η πραγματική πολιτική σύγκρουση

Κάπου μέσα σε αυτή τη μάχη παροχών, φόβου, επικοινωνίας και ηθικής καταγγελίας χάνεται συχνά το σημαντικότερο: τι πραγματικά χωρίζει τις πολιτικές δυνάμεις;

Ποια οικονομική πολιτική χρειάζεται η χώρα και η κοινωνία; Πώς θα αντιμετωπιστεί το μείζον και εφιαλτικό πρόβλημα της ακρίβειας; Ποιο φορολογικό σύστημα θέλουμε; Πόσο αναδιανεμητικό πρέπει να είναι το κράτος; Τι δημόσια Υγεία και Παιδεία θέλουμε και πόσο είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε γι’ αυτές; Τι σημαίνει ισχυρό κοινωνικό κράτος; Πώς αντιμετωπίζεται η στεγαστική κρίση; Ποια εργασιακά δικαιώματα χρειάζονται ενίσχυση; Πώς συνδυάζεται η ανάπτυξη με τη μείωση των ανισοτήτων; Ποιο παραγωγικό μοντέλο μπορεί να έχει η Ελλάδα πέρα από τουρισμό, ακίνητα και κατανάλωση;

Αυτές είναι πολιτικές και, τελικά, βαθιά ιδεολογικές ερωτήσεις.

Κι όμως, σπάνια γίνονται ο κυρίαρχος άξονας μιας προεκλογικής περιόδου. Τα προγράμματα παρουσιάζονται, αλλά δύσκολα συζητούνται πραγματικά. Οι αριθμοί χρησιμοποιούνται περισσότερο ως πυρομαχικά παρά ως βάση διαλόγου. Και οι ιδεολογικές διαφορές συχνά κρύβονται πίσω από γενικόλογες υποσχέσεις ότι όλοι θέλουν περισσότερη ανάπτυξη, καλύτερους μισθούς, αποτελεσματικότερο κράτος και ισχυρότερη Υγεία.

Ποιος άλλωστε θα δήλωνε ότι θέλει τα αντίθετα;

Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα γίνουν όλα αυτά, ποιος θα πληρώσει, ποιος θα ωφεληθεί και ποιες προτεραιότητες θα επιλεγούν.

Μπορεί να σπάσει η λούπα;

Οι επόμενες εκλογές κινδυνεύουν να επαναλάβουν την ίδια κουρασμένη συνταγή. Μια κυβέρνηση που θα προτάξει παροχές, σταθερότητα και τον κίνδυνο της «περιπέτειας» και μια αντιπολίτευση που θα απαντήσει με επικοινωνιακή αντεπίθεση, ηθική καταγγελία και προσδοκία ότι η κυβερνητική φθορά θα κάνει μόνη της τη δουλειά.

Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο για τη δημοκρατία – και πολύ πιο τίμιο απέναντι στους πολίτες – να συμβεί κάτι διαφορετικό.

Να συγκρουστούν επιτέλους καθαρά δύο ή περισσότερα διαφορετικά σχέδια για τη χώρα.

Γιατί οι εκλογές δεν θα έπρεπε να είναι διαγωνισμός για το ποιος φοβίζει αποτελεσματικότερα, ποιος υπόσχεται περισσότερα ή ποιος καταγγέλλει δυνατότερα.

Θα έπρεπε να είναι η στιγμή που μια κοινωνία αποφασίζει, γνωρίζοντας πραγματικά τις επιλογές της, ποια χώρα θέλει να γίνει.

Διαβάστε επίσης:

Γεραπετρίτης: «Κάθε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με κάθε μέσο»

«Χάρης Δούκας: Το ΠΑΣΟΚ να υπερασπιστεί το ΟΧΙ του συνεδρίου και να χτίσει προοδευτική εναλλακτική»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...