Ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια και αεροδρόμια βρίσκονταν ξανά στο επίκεντρο των ανησυχιών.
Η συμφωνία της Μέκκας εισάγει μία αρχή με ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η διατύπωση παραπέμπει συνειδητά στη λογική της συλλογικής άμυνας.
Ωστόσο, όσα έχουν δημοσιοποιηθεί δεν προσδιορίζουν αν η στρατιωτική συνδρομή θα είναι αυτόματη, ποια μορφή θα λαμβάνει ούτε μέχρι πού φτάνουν οι υποχρεώσεις κάθε χώρας.
Ακριβώς σε αυτή την ασάφεια βρίσκεται τόσο η ισχύς όσο και ο κίνδυνος του νέου σχήματος.
Και, πάνω απ’ όλα, βρίσκεται μία εξέλιξη που η Ουάσιγκτον δύσκολα μπορεί να αγνοήσει: τρεις σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν πλέον να οικοδομήσουν έναν μηχανισμό ασφαλείας ο οποίος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις ΗΠΑ.

Η πρώτη δοκιμασία έρχεται από την Υεμένη
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τουρκία ή το Πακιστάν προετοιμάζονται να εισέλθουν απευθείας στον πόλεμο της Υεμένης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συμφωνία είναι συμβολική.
Μία νέα επίθεση με πύραυλο ή drone εναντίον της Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να υποχρεώσει τις τρεις κυβερνήσεις να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι σημαίνει στην πράξη ότι «επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων»;
Η περίπτωση των Houthis είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, επειδή δεν πρόκειται για συμβατική διακρατική σύγκρουση.
Η οργάνωση ελέγχει μεγάλο τμήμα της βόρειας Υεμένης, διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους, drones και δυνατότητες ναυτικών επιχειρήσεων και διατηρεί στενές πολιτικές και στρατιωτικές σχέσεις με το Ιράν. Ταυτόχρονα, όμως, παραμένει ένας παράγοντας της Υεμένης με δική του ηγεσία, δικά του συμφέροντα και δική του στρατηγική.
Τι θα συμβεί, λοιπόν, εάν ένας πύραυλος χτυπήσει το Najran;
Αν ένα drone πλήξει σαουδαραβική πετρελαϊκή εγκατάσταση;
Αν δεχθεί επίθεση σαουδαραβικό πλοίο στην Ερυθρά Θάλασσα;
Η πραγματική σημασία αυτών των ερωτημάτων δεν βρίσκεται στο ενδεχόμενο να εμφανιστούν τουρκικές ή πακιστανικές χερσαίες δυνάμεις στην Υεμένη.
Πιθανότερα, η πρώτη εφαρμογή της συμφωνίας θα είναι πολύ πιο τεχνική και πολύ πιο ουσιαστική: ανταλλαγή πληροφοριών, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, ενίσχυση της αεράμυνας, αντι-drone τεχνολογία, ηλεκτρονικός πόλεμος και θαλάσσια επιτήρηση.
Με άλλα λόγια, η συμφωνία μπορεί να ενεργοποιηθεί στρατιωτικά χωρίς η Τουρκία και το Πακιστάν να γίνουν επίσημα εμπόλεμα μέρη στην Υεμένη.

Οι Houthis απέναντι σε ένα νέο στρατηγικό πρόβλημα
Για χρόνια, οι Houthis απέδειξαν ότι μπορούν να ασκούν πίεση πολύ πέρα από τα σύνορα της Υεμένης.
Οι πυραυλικές τους δυνατότητες και, κυρίως μετά το 2023, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, τους μετέτρεψαν από τοπικό ένοπλο κίνημα σε παράγοντα περιφερειακής ασφάλειας.
Η συμφωνία της Μέκκας μπορεί να αλλάξει αυτή την εξίσωση.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ahmed Saleh επισημαίνει ότι, εάν οι Houthis συνεχίσουν να στοχεύουν τη Σαουδική Αραβία, κάθε νέα επίθεση θα έχει πλέον τη δυνατότητα να οδηγήσει την Τουρκία και το Πακιστάν σε βαθύτερη εμπλοκή στην ασφάλεια του βασιλείου. Η σύγκρουση δεν θα αφορά πλέον αποκλειστικά τους Houthis και το Ριάντ.
Αυτό δημιουργεί πρόβλημα και για το Ιράν.
Η Τεχεράνη δεν ελέγχει κάθε απόφαση της ηγεσίας των Houthis, αλλά η συνεργασία τους είναι βαθιά.
Εάν η πίεση που ασκούν οι Houthis οδηγήσει τελικά σε στενότερη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν, τότε ένα εργαλείο ιρανικής επιρροής θα έχει συμβάλει, ειρωνικά, στη δημιουργία ενός ευρύτερου περιφερειακού μετώπου ασφαλείας.

Το στρατιωτικό ζήτημα δεν είναι οι στρατιώτες
Η Σαουδική Αραβία δεν χρειάζεται τουρκικές ή πακιστανικές ταξιαρχίες στα σύνορα με την Υεμένη.
Η σύγχρονη απειλή είναι διαφορετική.
Ο πόλεμος των drones, των πυραύλων χαμηλού κόστους και των επιθέσεων κατά κρίσιμων υποδομών έχει αποδείξει ότι ακόμη και μία πλούσια χώρα με προηγμένα οπλικά συστήματα μπορεί να παραμένει ευάλωτη.
Σε αυτό το πεδίο, Τουρκία και Πακιστάν μπορούν να προσφέρουν πραγματική αξία.
Ο Salah Moayed, στρατιωτικός διοικητής των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης στη δυτική ακτή, υπογραμμίζει ότι η καθοριστική αλλαγή θα ήταν η ταχύτερη ανίχνευση και αντιμετώπιση των απειλών πριν φτάσουν στους στόχους τους.
Αν το νέο σύμφωνο βελτιώσει την αναγνώριση, την αεράμυνα, την ηλεκτρονική επιτήρηση και την ανταλλαγή πληροφοριών, το κόστος μιας επίθεσης θα αυξηθεί για τους Houthis ακόμη και χωρίς την παρουσία ούτε ενός Τούρκου ή Πακιστανού στρατιώτη στην Υεμένη.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αλλάζει αυτομάτως και η ισορροπία δυνάμεων μέσα στην ίδια την Υεμένη.
Άλλο πράγμα είναι η υπεράσπιση της σαουδαραβικής επικράτειας και άλλο μία νέα στρατιωτική εκστρατεία με στόχο την ανατροπή του εδαφικού ελέγχου των Houthis.

Η Ερυθρά Θάλασσα το πραγματικό πεδίο δοκιμής
Η πρώτη ουσιαστική εφαρμογή της συμφωνίας μπορεί να μην πραγματοποιηθεί καν στα σύνορα της Σαουδικής Αραβίας με την Υεμένη.
Η Ερυθρά Θάλασσα έχει εξελιχθεί από το 2023 σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς διαδρόμους του πλανήτη.
Οι επιθέσεις των Houthis σε πλοία που θεωρούσαν συνδεδεμένα με το Ισραήλ μετέτρεψαν το Bab al-Mandab σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, επηρεάζοντας εμπορικές διαδρομές που συνδέουν την Ασία, την Ευρώπη και τη Μεσόγειο.
Για τη Σαουδική Αραβία, η Ερυθρά Θάλασσα δεν είναι απλώς θαλάσσιος διάδρομος.
Είναι βασική αρτηρία εξαγωγών ενέργειας, εμπορίου και τεράστιων επενδυτικών σχεδίων.
Επομένως, η συνεργασία των τριών χωρών μπορεί να αρχίσει με κοινή θαλάσσια επιτήρηση, ανταλλαγή πληροφοριών, προστασία λιμένων και ενεργειακών εγκαταστάσεων και συντονισμό κατά πυραύλων και drones.
Και εδώ εμφανίζεται ο παράγοντας που πιθανότατα ανησυχεί περισσότερο τις ΗΠΑ.

Η Ουάσιγκτον μπροστά στις συνέπειες της δικής της πολιτικής
Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ οικοδόμησαν την παρουσία τους στη Μέση Ανατολή πάνω σε ένα απλό αξίωμα: οι περιφερειακοί σύμμαχοι μπορεί να διαθέτουν τεράστιους οικονομικούς πόρους, αλλά η τελική εγγύηση ασφαλείας θα προέρχεται από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Η συμφωνία της Μέκκας αμφισβητεί ακριβώς αυτή τη λογική.
Η ειρωνεία είναι προφανής.
Η Ουάσιγκτον ζητούσε επί χρόνια από τους συμμάχους της να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ασφάλειάς τους.
Τώρα που αρχίζουν να το κάνουν, οι ΗΠΑ ανακαλύπτουν τη δεύτερη πλευρά αυτής της απαίτησης: όποιος αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά του αποκτά και μεγαλύτερη αυτονομία στις πολιτικές του αποφάσεις.
Η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή υπήρξε συχνά αντιφατική.
Η Ουάσιγκτον απαίτησε από εταίρους να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα επιχείρησε να διατηρήσει δικαίωμα ουσιαστικού βέτο στις στρατηγικές τους επιλογές.
Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί τώρα.
Εάν το Ριάντ, η Άγκυρα και το Islamabad μπορούν να συντονίσουν χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις την αντιμετώπιση μιας περιφερειακής απειλής, δεν θα χρειάζονται σε κάθε κρίση την πολιτική έγκριση, τη στρατιωτική κάλυψη ή τη διπλωματική καθοδήγηση των ΗΠΑ.
Και αυτό συνιστά σαφή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής.

Η αποτυχία της μόνιμης εξάρτησης
Η μεγαλύτερη στρατηγική αδυναμία της αμερικανικής πολιτικής ήταν ότι επί δεκαετίες αντιμετώπιζε την ασφάλεια της περιοχής περισσότερο ως σύστημα εξαρτήσεων παρά ως ισότιμη συνεργασία.
Τεράστιες πωλήσεις όπλων, αμερικανικές βάσεις και διμερείς συμφωνίες δημιουργούσαν την εντύπωση σταθερότητας.
Όμως η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε σε πολλές κυβερνήσεις ότι οι αμερικανικές δεσμεύσεις δεν είναι ούτε απεριόριστες ούτε πάντα προβλέψιμες.
Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν δεν εγκαταλείπουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ.
Αντιθέτως, και οι τρεις θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με την Ουάσιγκτον όπου αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.
Η ουσιαστική αλλαγή είναι άλλη: δεν θεωρούν πλέον αυτονόητο ότι η περιφερειακή ασφάλεια πρέπει να οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τις ΗΠΑ.
Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη αγορά όπλων ή στρατιωτική άσκηση.

Αποτροπή ή μηχανισμός κλιμάκωσης;
Το σύμφωνο της Μέκκας θα κριθεί τελικά όχι από τον αριθμό των αεροσκαφών, των πυραύλων ή των στρατιωτών που μπορούν να συγκεντρώσουν οι τρεις χώρες, αλλά από την αξιοπιστία της αποτροπής του.
Αν μία σοβαρή επίθεση των Houthis προκαλέσει μόνο μία συμβολική απάντηση, το σύμφωνο θα εμφανιστεί αδύναμο και πιθανότατα θα δοκιμαστεί ξανά.
Αν, αντίθετα, κάθε επίθεση ενεργοποιεί έναν ευρύ στρατιωτικό μηχανισμό και οδηγεί σε νέα κλιμάκωση στην Υεμένη, τότε η ίδια η συμφωνία μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο αποτροπής σε μηχανισμό διεύρυνσης του πολέμου.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα βρίσκεται η πραγματική πρόκληση: να αυξηθεί το κόστος της επίθεσης χωρίς να γίνει αναπόφευκτη η γενικευμένη σύγκρουση.
Η συμφωνία της Μέκκας δεν παρουσιάστηκε ως συμμαχία εναντίον των Houthis.
Μπορεί, όμως, οι Houthis να είναι εκείνοι που θα αποκαλύψουν πρώτοι πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν.
Και η σημαντικότερη συνέπεια ίσως να μην αφορά τελικά ούτε την Υεμένη ούτε το Ιράν.
Μπορεί να αφορά την Ουάσιγκτον.
Διότι κάθε φορά που οι περιφερειακές δυνάμεις αναπτύσσουν θεσμούς ασφαλείας χωρίς αμερικανική καθοδήγηση, γίνεται πιο εμφανές ότι η εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ μπορούσαν να θεωρούν τη Μέση Ανατολή χώρο αποκλειστικής στρατηγικής επιρροής πλησιάζει στο τέλος της.
Η συμφωνία της Μέκκας δεν σηματοδοτεί ακόμη την εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος.
Σηματοδοτεί, όμως, κάτι ίσως πιο ανησυχητικό για την Ουάσιγκτον: μία περιοχή που αρχίζει να πιστεύει ότι μπορεί να οργανώσει την ασφάλειά της χωρίς να περιμένει πρώτα την αμερικανική άδεια.
www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου