Η Ceuta, η ισπανική ημι-περίκλειστη περιοχή στις αφρικανικές ακτές του Στενού του Γιβραλτάρ, βρίσκεται ξανά στο κέντρο μιας σύγκρουσης πολύ μεγαλύτερης από το μέγεθός της.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Ισπανία και, πίσω της, η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από την άλλη το Μαρόκο, το οποίο εμφανίζεται ολοένα πιο ενισχυμένο από τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Και γύρω τους κινούνται η Κίνα, η Αλγερία και οι ευρύτερες ανακατατάξεις που προκαλεί η σύγκρουση για τον έλεγχο των παγκόσμιων εμπορικών οδών.
Ο Riccardo Fabiani, διευθυντής του προγράμματος Βόρειας Αφρικής του International Crisis Group, θεωρεί εύλογο ότι οι μαροκινές αρχές διευκόλυναν την κρίση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την οργάνωσαν εξ ολοκλήρου.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ραμπάτ γνώριζε την κινητοποίηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από φήμες ότι η Ceuta ήταν «ανοιχτή» και είχε ήδη ενημερώσει τις ισπανικές αρχές.
Αν αυτό ισχύει, τότε η ουσία βρίσκεται όχι μόνο στο τι έκανε το Μαρόκο, αλλά και στο τι επέλεξε να μην αποτρέψει.

Η μετανάστευση ως εργαλείο κρατικής πίεσης
Η Ευρώπη γνωρίζει ήδη αυτή τη μέθοδο.
Το 2020, η Ελλάδα αντιμετώπισε μία αντίστοιχη κατάσταση στον Έβρο, όταν η Τουρκία επέτρεψε σε δεκάδες χιλιάδες μετανάστες να κινηθούν προς τα ελληνικά σύνορα.
Η ελληνική πλευρά χαρακτήρισε τότε το επεισόδιο μορφή υβριδικού πολέμου.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προειδοποίησε πρόσφατα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται όλο και συχνότερα αντιμέτωπη με τη «σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης» από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες που επιδιώκουν πολιτικές παραχωρήσεις, υπενθυμίζει σε ανάλυσή του το Cradle.
Η περίπτωση της Ceuta δείχνει ακριβώς πόσο επικίνδυνο έχει γίνει αυτό το μοντέλο.
Το 2021, όταν η Ισπανία επέτρεψε στον Brahim Ghali, ηγέτη του Polisario, να εισέλθει στη χώρα για ιατρική περίθαλψη, το Μαρόκο χαλάρωσε τους συνοριακούς ελέγχους και χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν στη Ceuta.
Η Ραμπάτ είχε στείλει τότε ένα σαφές μήνυμα: η συνεργασία στη μετανάστευση δεν είναι δεδομένη· είναι πολιτικό αντάλλαγμα.
Σήμερα το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο.
Η Ισπανία έχει ήδη στηρίξει σημαντικές θέσεις του Μαρόκου στο ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας.
Ο Jacob Mundy, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Colgate, εκτιμά μάλιστα ότι η Ραμπάτ δεν έχει ιδιαίτερο συμφέρον να δει αλλαγή κυβέρνησης στη Μαδρίτη, ακριβώς επειδή έχει εξασφαλίσει σημαντικές ισπανικές παραχωρήσεις.
Όμως οι σχέσεις της Ισπανίας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν γίνει δυσκολότερες εξαιτίας της ισπανικής στάσης απέναντι στην Παλαιστίνη, στον πόλεμο με το Ιράν και στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Και εδώ η Ceuta παύει να είναι απλώς ένα συνοριακό ζήτημα.

Το πραγματικό έπαθλο λέγεται Γιβραλτάρ
Η γεωπολιτική σημασία της Ceuta προκύπτει από τη θέση της.
Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Γιβραλτάρ, στην είσοδο της Μεσογείου.
Από εκεί περνούν εμπορικά πλοία, ενεργειακές ροές και στρατιωτικές δυνάμεις που συνδέουν τον Ατλαντικό με τη Μεσόγειο, το Suez και τελικά την Ασία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία τα Στενά του Hormuz, το Bab al-Mandab, τα Τουρκικά Στενά και οι εμπορικές διαδρομές της Μαύρης Θάλασσας έχουν ήδη μετατραπεί σε μέτωπα γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, το Γιβραλτάρ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ο Laurent Ozon υποστηρίζει ότι όποιος ενισχύσει την επιρροή του στη Ceuta και τη Melilla μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο λόγο στις δυτικές πύλες της Μεσογείου.
Η ιδέα δεν σημαίνει ότι το Μαρόκο μπορεί να «κλείσει» το Γιβραλτάρ.
Το διεθνές δίκαιο εγγυάται την ελεύθερη διέλευση. Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτική, στρατιωτική και τεχνολογική επιρροή γύρω από το στενό αποκτά τεράστια αξία σε εποχές κρίσης.
Η ιστορία το έχει αποδείξει επανειλημμένα.
Στους δύο παγκόσμιους πολέμους, στενά όπως το Γιβραλτάρ, τα Δαρδανέλια και το Bab al-Mandab μετατράπηκαν σε στρατηγικά πεδία μάχης.
Όταν η διεθνής τάξη αποσταθεροποιείται, τα θαλάσσια νευραλγικά σημεία παύουν να είναι απλώς γεωγραφικά όρια και μετατρέπονται σε μοχλούς ισχύος.

Το Μαρόκο αισθάνεται τώρα ισχυρότερο
Η Ραμπάτ έχει σήμερα περισσότερους λόγους από ποτέ να πιστεύει ότι η διεθνής συγκυρία την ευνοεί.
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ ενισχύθηκαν σημαντικά μετά την προσχώρηση του Μαρόκου στις Συμφωνίες του Αβραάμ και την αμερικανική αναγνώριση των μαροκινών αξιώσεων στη Δυτική Σαχάρα.
Παράλληλα, οι σχέσεις με το Ισραήλ έχουν αποκτήσει βαθύ στρατιωτικό και τεχνολογικό χαρακτήρα.
Στο Μαρόκο αναπτύσσονται ισραηλινές στρατιωτικές δυνατότητες, από drones και συστήματα επιτήρησης μέχρι συνεργασίες στην αεράμυνα.
Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις African Lion έχουν διευρυνθεί, ενώ η ταξιαρχία Golani συμμετείχε για πρώτη φορά.
Η συνεργασία αυτή αλλάζει την ισορροπία ισχύος στη δυτική Μεσόγειο.
Παράλληλα, το Μαρόκο επενδύει τεράστια ποσά στα λιμάνια Tanger Med και Nador West Med, δημιουργώντας δύο εμπορικούς γίγαντες δίπλα ακριβώς στη Ceuta και τη Melilla.
Η εξέλιξη αυτή μειώνει τη σημασία των ισπανικών θυλάκων και ενισχύει τη δυνατότητα της Ραμπάτ να τους περικυκλώσει οικονομικά.
Για ορισμένους Μαροκινούς εθνικιστές, η Δυτική Σαχάρα θεωρείται πλέον ένα σχεδόν λυμένο ζήτημα. Το επόμενο ιστορικό αίτημα αφορά τη Ceuta και τη Melilla.

Η Κίνα πίσω από την επόμενη μεγάλη σύγκρουση
Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη παράγοντας: η Κίνα.
Κινεζικές εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια στο Μαρόκο σε εργοστάσια αυτοκινήτων, μπαταριών και βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Η χώρα προσφέρει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο στο Πεκίνο: πρόσβαση τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην αμερικανική αγορά μέσω εμπορικών συμφωνιών που επιτρέπουν σε προϊόντα κινεζικής τεχνολογίας να αποκτούν μαροκινή προέλευση.
Ο Michael Shurkin, πρώην αναλυτής της CIA, το περιγράφει ως μια στρατηγική «πίσω πόρτα».
Η Κίνα με τις επενδύσεις στο Μαρόκο, αποφεύγει μέρος των δυτικών εμπορικών φραγμών και τοποθετεί παραγωγική δυναμικότητα λίγα χιλιόμετρα από την Ευρώπη.
Ακριβώς γι’ αυτό η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον το Μαρόκο όχι ως περιφερειακό εταίρο δεύτερης γραμμής, αλλά ως κομβικό κράτος στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.
Το Μαρόκο διαθέτει επίσης τεράστια αποθέματα φωσφορικών αλάτων, κρίσιμων για την παγκόσμια γεωργική παραγωγή. Για τις ΗΠΑ, που αντιμετωπίζουν την επισιτιστική και βιομηχανική ασφάλεια ως μέρος της εθνικής στρατηγικής, η σημασία της Ραμπάτ μεγαλώνει.

Το Ισραήλ και η μάχη για τις θαλάσσιες οδούς - Εμπλοκή Ελλάδας
Το Ισραήλ έχει επίσης σοβαρούς λόγους να ενδιαφέρεται για το Γιβραλτάρ.
Η ιστορία του είναι στενά συνδεδεμένη με το πρόβλημα της θαλάσσιας πρόσβασης.
Από τους αποκλεισμούς του Eilat μέχρι τις επιθέσεις των Houthis στην Ερυθρά Θάλασσα, η ισραηλινή ασφάλεια εξαρτάται από ανοιχτές εμπορικές και στρατιωτικές θαλάσσιες οδούς.
Η συνεργασία με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Μαρόκο δημιουργεί μια αλυσίδα στρατηγικών σχέσεων κατά μήκος της Μεσογείου.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι το Ισραήλ ή οι ΗΠΑ οργάνωσαν τη μεταναστευτική κρίση στη Ceuta.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Τελ Αβίβ έχουν ισχυρό ενδιαφέρον για την περιοχή και πως η Ραμπάτ αισθάνεται σήμερα πολύ ισχυρότερη λόγω αυτών των συμμαχιών, αποφαίνεται το Cradle.

Η μεγάλη αντίφαση του Μαρόκου
Πίσω από τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες υπάρχει όμως μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί: χιλιάδες νέοι Μαροκινοί θέλουν να φύγουν.
Ο δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός Aboubakr Jamai περιέγραψε ως ιδιαίτερα απογοητευτική την εικόνα των μαροκινών ελίτ να ανανεώνουν την πίστη τους στον βασιλιά στην Tetouan την ίδια στιγμή που λίγα χιλιόμετρα μακριά χιλιάδες νέοι επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Το ερώτημά του είναι αμείλικτο: πώς μπορεί μια κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τις επιτυχίες της όταν τόσο μεγάλο μέρος της νεολαίας της είναι απελπισμένο;
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της μαροκινής ισχύος.
Το Μαρόκο μπορεί να αυξάνει τη στρατιωτική του ισχύ, να οικοδομεί γιγαντιαία λιμάνια, να προσελκύει κινεζικά εργοστάσια και να εμβαθύνει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Όμως εάν οι πολίτες του βλέπουν την Ceuta ως πύλη διαφυγής προς μια καλύτερη ζωή, τότε η γεωπολιτική επιτυχία δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε κοινωνική σταθερότητα.

Η Ceuta ως προειδοποίηση για κάτι πολύ μεγαλύτερο
Η κρίση στη Ceuta πρέπει τελικά να ιδωθεί ως μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας.
Τα Στενά του Hormuz, το Bab al-Mandab, το Suez, τα Δαρδανέλια και τώρα το Γιβραλτάρ επανέρχονται στο επίκεντρο.
Όταν τα στενά ενεργοποιούνται γεωπολιτικά, συνήθως σημαίνει ότι η διεθνής τάξη βρίσκεται σε μετάβαση.
Η σημερινή σύγκρουση δεν αφορά μόνο εδάφη.
Αφορά λιμάνια, εμπορικές αρτηρίες, LNG, φωσφορικά, στρατιωτικές βάσεις, κινεζικές βιομηχανικές αλυσίδες, ισραηλινή ασφάλεια και αμερικανική προσπάθεια διατήρησης του ελέγχου στις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές.
Η Ceuta είναι μικρή.
Το παιχνίδι γύρω της, όμως, είναι τεράστιο.
Και εάν η παγκόσμια αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας συνεχίσει να μεταφέρεται από τις αγορές στα λιμάνια και από τις κυρώσεις στα στρατηγικά περάσματα, το Γιβραλτάρ μπορεί να αποδειχθεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία σύγκρουσης της επόμενης περιόδου.
Η μεταναστευτική κρίση του Ιουλίου 2026 ίσως ήταν μόνο η πρώτη προειδοποίηση.
www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου