Λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης στην ανατολική Μεσόγειο η Κύπρος αποτέλεσε από την αρχαιότητα πεδίο πολλαπλών κατακτήσεων και εναλλαγών κυριαρχίας.
Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κύπρο από τους Ενετούς το 1571 και διατήρησαν την κυριαρχία τους για περίπου τρεις αιώνες, έως το 1878, όταν στο πλαίσιο των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου παραχώρησαν τη νήσο στους Βρετανούς. Η οθωμανική κατάκτηση επέφερε σημαντικές μεταβολές στην κουλτούρα, την κοινωνία, την οικονομία και στις πολιτικές εξελίξεις.
Συμβίωση στο σύστημα των μιλέτ
Στην κληρονομιά της οθωμανικής περιόδου συγκαταλέγονται η εισαγωγή του Ισλάμ και της τουρκικής γλώσσας καθώς και η ενίσχυση του ρόλου και του γοήτρου της ορθόδοξης εκκλησίας στα πλαίσια του συστήματος των μιλέτ. Κατά την περίοδο αυτή οι δύο θρησκευτικές και πολιτισμικές κοινότητες, η χριστιανική και η μουσουλμανική, συμβίωναν με την κάθε κοινότητα να έχει τη γλώσσα και τη θρησκεία της, σύστημα εκπαίδευσης και το δικό της οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο.
Η περίοδος της αγγλοκρατίας στην Κύπρο ξεκίνησε το 1878, αν και ο σουλτάνος διατήρησε την επικυριαρχία στο νησί έως το 1914. Τη χρονιά εκείνη με αφορμή το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ένταξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων, η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο. Στα πλαίσια της προσπάθειας να πειστεί η Ελλάδα να συμμετάσχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο ως αντάλλαγμα. Η προσφορά ωστόσο απορρίφθηκε από τον φιλογερμανό βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος προέκρινε την ουδετερότητα της χώρας. Συζητήσεις για την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα είχαν γίνει και με τον Βενιζέλο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.

Η στρατηγική γεωγραφική θέση κατέστησε την Κύπρο πεδίο πολλαπλών κατακτήσεων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανία αρνήθηκε να την παραχωρήσει καθώς τη θεωρούσε απαραίτητη στρατιωτική βάση στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Η επίσκεψη του Τσόρτσιλ στη μεγαλόνησο τον Φεβρουάριο του 1943
Με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 επιλύθηκαν όλα τα εδαφικά και πολιτικά ζητήματα τα οποία είχαν παραμείνει σε εκκρεμότητα στην περιοχή. Η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε νομική αξίωση επί της Μεγαλονήσου και το 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία του βρετανικού στέμματος.
Στην αρχική μορφή του το Κυπριακό πρόβλημα εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση για εθνική αυτοδιάθεση των λαών που τελούσαν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας, σε συνδυασμό με τις γενικότερες ανακατατάξεις που επήλθαν στα Βαλκάνια με την παρακμή και πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ανάληψη της διακυβέρνησης του νησιού από τους Βρετανούς γέννησε ελπίδες για ένωση με τη μητέρα-πατρίδα κατά το πρότυπο των Ιονίων Νήσων ενώ τον 20ό αιώνα το πρότυπο αυτό έδωσε τη θέση του σε μία σταδιακή ένωση με την Ελλάδα σύμφωνα με το κρητικό μοντέλο. Το κύριο επιχείρημα του ελληνοκυπριακού ενωτικού κινήματος ήταν ότι η Κύπρος αποτελούσε φυσικό τμήμα του ελληνισμού και ότι πλέον είχε έρθει η ώρα για ένωση με το απελευθερωμένο ελληνικό κράτος.

Αριστερά: Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κύπρο το 1571 επί σουλτάνου Σελίμ Β΄. Δεξιά: Η επίσημη έπαρση αγγλικής σημαίας στη Λευκωσία στις 28 Ιουνίου 1878, έναρξη της περιόδου της Αγγλοκρατίας.
Κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας η πολιτισμική διαφορά χριστιανών και μουσουλμάνων διατηρήθηκε και παγιώθηκε ως εθνοτική διαφορά. Από την αρχή η βρετανική αποικιακή διοίκηση αντιμετώπισε τους κατοίκους της Κύπρου όχι ως ενιαίο λαό αλλά ως δύο διαφορετικές κοινότητες με βάση το θρησκευτικό κριτήριο. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε», η αντίθεση στην Ένωση, η υποστήριξη στους Τουρκοκύπριους, η εμπλοκή της Άγκυρας και η ιδέα της διχοτόμησης αποτέλεσαν βασικούς άξονες της βρετανικής πολιτικής έως το 1960.
Από την άλλη μεριά, οι ενέργειες των Βρετανών εδραίωσαν τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό. Αυτό πραγματοποιήθηκε μέσω τριών κυρίως ενεργειών: της συμμετοχής των Κυπρίων σε αντιπροσωπευτικά όργανα, την εκπαίδευση, η οποία προωθούσε μεγαλοϊδεατικές τάσεις και τον περιορισμό των προνομίων της Εκκλησίας η οποία μέσα από την παράδοση του μιλέτ είχε πολιτικές αρμοδιότητες ως ένα είδος εκπροσωπούσας αρχής των χριστιανών του νησιού. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατικής διοίκησης η Εκκλησία διατήρησε την πολιτική και πολιτιστική επιρροή της καθώς θεωρούνταν ο θεματοφύλακας της κουλτούρας και της κληρονομιάς της ελληνορθόδοξης κυπριακής κοινότητας. Ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος Γ΄ έγινε ο εθνάρχης-ηγέτης του κυπριακού ελληνισμού.

Πάνω: Η άφιξη των Βρετανών στη Λάρνακα το 1878 σε φωτογραφία τραβηγμένη από Άγγλο φωτογράφο (Αρχείο περιοδικού «7 Ημέρες» της «Καθημερινής»). Κάτω: Η επίσημη τελετή κήρυξης της Κύπρου σε βρετανική αποικία το 1925
Η πρώτη μαζική εκδήλωση του εθνικισμού των Ελληνοκυπρίων έγινε το 1931 (Σημερινή σημείωση: 21-26 Οκτωβρίου) στη Λευκωσία. Με αφορμή ένα φορολογικό νομοσχέδιο αλλά κατ’ ουσία εξαιτίας της ελληνοκυπριακής ανυπομονησίας για την ένωση και της βρετανικής ακαμψίας ξέσπασαν εκτεταμένες ταραχές και διαδηλώσεις κατά τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι ζητούσαν την ενσωμάτωση της Κύπρου την Ελλάδα. Οι ταραχές αυτές κατέδειξαν ότι το ενωτικό κάλεσμα συναντούσε την πλατιά αποδοχή του ελληνοκυπριακού λαού, δεν ήταν δηλαδή περιορισμένο σε μια ελίτ ή σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Από την άλλη οι Βρετανοί συνέχισαν να έχουν λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με τις δυνατότητες δράσης και τα κίνητρα των Ελληνοκυπρίων, τα οποία θεωρούσαν ξενοκίνητα. Κατά τη βρετανική αντίληψη ο αγροτικός πληθυσμός είχε συμφέρον να υποστηρίζει τους Βρετανούς και όχι να επιθυμεί την προσάρτησή του στην οικονομικά υπανάπτυκτη και κακοδιοικούμενη Ελλάδα. Μετά τις ταραχές και έως το 1945 ακολούθησε περίοδος έκτακτων μέτρων.

Πάνω: Η πρώτη μαζική εκδήλωση του εθνικισμού των Ελληνοκυπρίων έγινε τον Οκτώβριο του 1931 στη Λευκωσία. Αντιμετώπιση του πλήθους με υδραντλία. Κάτω: Το Κυβερνείο κατεστραμμένο μετά τον εμπρησμό του από τους διαδηλωτές
Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Κύπρος αποτελούσε μαζί με τα Δωδεκάνησα και τη Βόρειο Ήπειρο μία από τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις της Ελλάδας. Το θέμα της Κύπρου ωστόσο δεν τέθηκε από την Ελλάδα στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων για να μη διαταραχθούν οι σχέσεις με τη Βρετανία. Από το 1950 και ύστερα η Κύπρος αποτέλεσε την αιχμή των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, ζήτημα το οποίο είχε ευρεία απήχηση σε ολόκληρο τον ελληνικό πολιτικό κόσμο.
Παρά την ευνοϊκή συγκυρία ωστόσο που είχε δημιουργήσει η συμμετοχή της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των νικητών και ο επαναπροσδιορισμός της βρετανικής αποικιακής πολιτικής, η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών δεν ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει την Κύπρο η οποία αποτελούσε μία σημαντική και απαραίτητη στρατιωτική βάση στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου στην ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο ο Βρετανός υπουργός των αποικιών προχώρησε σε μια σειρά συνταγματικών μέτρων τα οποία δρομολογούσαν σύνταγμα «αυτοκυβέρνησης» και οδηγούσαν σε ομαλοποίηση της ελληνοβρετανικές σχέσεις. Παρόλο που κατά βάση η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε την πορεία προς την ανεξαρτησία, τόσο η Εθναρχία όσο και το ΑΚΕΛ, για διαφορετικούς λόγους, απέρριψαν την πρόταση αυτοκυβέρνησης.

Επίσκεψη του Τσόρτσιλ στην Κύπρο την 31η Ιανουαρίου 1943. Ανάμεσα στον μητροπολίτη Πάφου Λεόντιο και τον μουσουλμάνο θρησκευτικό ηγέτη
Οι εξελίξεις αυτές, η βρετανική πρωτοβουλία για αυτοκυβέρνηση, η άρνηση των Ελληνοκυπρίων και η προβολή της ενωτικής λύσης και από την άλλη η έντονη δραστηριοποίηση των Τουρκοκυπρίων με τη δημιουργία τουρκοκυπριακού κόμματος με σκοπό την αποτροπή της ένωσης και τη δραστηριοποίηση της Τουρκίας σηματοδότησαν τις απαρχές του Κυπριακού ζητήματος το 1947-48.
Στο τέλος του 1947 η αναζήτηση συνταγματικών λύσεων που θα μείωναν την ένταση στις σχέσεις των Βρετανών με τους Κυπρίους τέθηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το σώμα το οποίο θα αποφάσιζε τις αλλαγές ονομάστηκε Διασκεπτική. Την πρωτοβουλία για τη σύγκλησή του είχε η βρετανική αποικιακή διοίκηση και πρόεδρος του σώματος τοποθετήθηκε ο δικαστής Τζάκσον. Οι εργασίες της Διασκεπτικής προσέκρουσαν πολύ σύντομα σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Το συντηρητικό τμήμα των Ελληνοκυπρίων αντιπροσώπων έθετε επίμονα το θέμα της Ένωσης. Από την άλλη μεριά οι εκπρόσωποι του ΑΚΕΛ (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού) δεν συζητούσαν τίποτε άλλο εκτός από την πλήρη αυτοκυβέρνηση. Η βρετανική διοίκηση δεν μπορούσε να συζητήσει ούτε το ένα ούτε το άλλο αίτημα και οι εργασίες διακόπηκαν χωρίς αποτέλεσμα.
Μερικούς μήνες αργότερα το θέμα των αναγκαίων πλέον συνταγματικών μεταρρυθμίσεων επανήλθε. Τον Μάιο του 1948 η Διασκεπτική συγκροτήθηκε εκ νέου με βάση συζήτησης ένα νέο συνταγματικό πλαίσιο. Το τελευταίο παραχωρούσε αυτοδιοίκηση σε ένα σώμα 22 μελών από το οποίο οι τέσσερις θα ανήκαν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, οι τέσσερις θα προέρχονταν από τους ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους του νησιού, ο πρόεδρος θα επιλέγονταν από τον Βρετανό κυβερνήτη ενώ τα υπόλοιπα μέλη θα εκλέγονταν από το σύνολο του πληθυσμού του νησιού, δηλαδή τους ενήλικες άνδρες άνω των 21 ετών. Η ψήφος των γυναικών αφέθηκε για αργότερα στην περίπτωση που το ίδιο νομοθετικό σώμα το αποφάσιζε. Τα πιο σημαντικά όμως ζητήματα, όσα δηλαδή αφορούσαν την οικονομία του νησιού, την άμυνα, τις εξωτερικές σχέσεις κ.λπ. θα παρέμεναν στη δικαιοδοσία του κυβερνήτη. Η Κύπρος θα εντασσόταν υποχρεωτικά στη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Τον Μάιο του 1948 η προσπάθεια να υιοθετηθεί το παραπάνω σχέδιο αυτοκυβέρνησης από τους εκπροσώπους των Κυπρίων ναυάγησε μέσα στη γενική άρνηση όλων των πλευρών.
Το ναυάγιο της Διασκεπτικής προκάλεσε διαδηλώσεις και έντονες κινητοποιήσεις που στρέφονταν ενάντια στο αποικιακό καθεστώς. Στην κυρίαρχη ελληνοκυπριακή πλευρά δύο ισχυρές πολιτικές οντότητες, η Εκκλησία της Κύπρου και το ΑΚΕΛ, πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις ακολουθώντας συνήθως διαφορετικές διαδρομές. Η Εκκλησία πρωτοστάτησε στη διοργάνωση δημοψηφίσματος για την Ένωση. Στο τελευταίο, στις 15 Ιανουαρίου 1950, κλήθηκαν να ψηφίσουν όλοι οι Ελληνοκύπριοι από την ηλικία των 16 χρόνων. Η πρόταση για Ένωση συγκέντρωσε 215.000 ψήφους, το 95,7% των ψηφισάντων. Η πολιτική πίεση που δημιούργησε το αποτέλεσμα αυτό έγινε αισθητή όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στην Αθήνα, την Άγκυρα και φυσικά στο Λονδίνο. Η τελευταία φάση της αποικιοκρατίας είχε αρχίσει.

Πάνω: Διαδήλωση του ΑΚΕΛ. Ανάμεσα στα συνθήματα το «Αυτοκυβέρνηση – Ένωση». Κάτω: Με σκοπό την αποτροπή της Ένωσης, Τουρκοκύπριοι δραστηριοποιήθηκαν με τη δημιουργία τουρκοκυπριακού κόμματος. Ο Ραούφ Ντενκτάς, ένοπλος με οπαδούς του
Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β΄ στα 1950 έφερε στην ηγεσία της Εκκλησίας της Κύπρου τον Μακάριο Γ΄, ως τότε μητροπολίτη Κιτίου. Ο νέος ηγέτης που σύντομα θα γινόταν η εμβληματική μορφή της κυπριακής ανεξαρτησίας ήταν τότε μόλις 37 ετών. Πολύ γρήγορα έδειξε ηγετικές αρετές και αναδείχθηκε σε κεντρικό πολιτικό παράγοντα στο νησί.
Στο μεταξύ στην Ελλάδα οι μετεμφυλιακές πολιτικές εξελίξεις έφεραν στην κυβέρνηση, στα 1951, μια κυβέρνηση «κέντρου» με τον Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Η πολιτική αυτή μεταβολή επέτρεψε την ένταξη του Κυπριακού στην πολιτική ατζέντα της Αθήνας. Στην έκτη Σύνοδο του ΟΗΕ, στο Παρίσι, η ελληνική αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Γεώργιο Μαύρο και τον Λουκή Ακρίτα έθεσε θέμα αυτοδιάθεσης του νησιού με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος.
Κλυδωνισμός του αποικιακού συστήματος
Η ανακίνηση σε διεθνές πλέον επίπεδο του Κυπριακού έγινε σε εποχή όπου το αποικιακό σύστημα έμπαινε σε φάση έντονων κλυδωνισμών προαναγγέλλοντας τη γενική κατάρρευσή του. Οι εξελίξεις στη γειτονική Αίγυπτο όπου οι στρατιωτικοί, με τον Νάσερ επικεφαλής, ανέλαβαν την εξουσία στη βάση ενός ριζοσπαστικού αντιαποικιακού προγράμματος επηρέασαν την πολιτική ατμόσφαιρα στην Κύπρο. Οι μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στη βρετανική κυριαρχία κλιμακώθηκαν όπως και τα κατασταλτικά μέτρα που εφάρμοσαν οι αποικιακές αρχές. Ήταν πλέον σαφές ότι η αναμέτρηση εισερχόταν σε βίαιη φάση.

Η ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών) ξεκίνησε εντυπωσιακά τη δράση της την 1η Απριλίου 1955 προκαλώντας εκρήξεις σε διάφορους στόχους. Ανάμεσά τους και το ελεγχόμενο από τους Βρετανούς Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου
Η Βρετανία, όπως και οι άλλες ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις, έδιναν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 τις ύστατες μάχες τους για τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων κεκτημένων της αποικιακής περιόδου. Αυτό αντικατοπτριζόταν από μια έντονη σκλήρυνση της πολιτικής τους που κορυφώθηκε στην περιοχή με τις κινήσεις εναντίον της Αιγύπτου με αποκορύφωμα τη στρατιωτική εισβολή του 1956. Για την Κύπρο, που αποτελούσε στέρεη στρατιωτική βάση στην εύφλεκτη ανατολική Μεσόγειο, η περίοδος αυτή είδε τη στρατιωτικοποίηση της βρετανικής παρουσίας που, με τη σειρά της, διέκοψε κάθε πολιτική προσπάθεια στην κατεύθυνση της χειραφέτησης του νησιού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα και στο γενικότερο πνεύμα των αντιαποικιακών αγώνων της εποχής υψηλοί παράγοντες της Κύπρου αποφάσισαν την έναρξη ένοπλου αγώνα ενάντια στη βρετανική παρουσία. Πρωταγωνιστής σε αυτή τη πρωτοβουλία, που έβρισκε σύμφωνο και τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ήταν ο τότε συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Ο τελευταίος ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού, Κύπριος στην καταγωγή, με πλούσια ως τότε δράση στις ελληνικές εμφύλιες συγκρούσεις και στο κτίσιμο παρακρατικών οργανώσεων, όπως η «Χ». Σε αυτόν ανατέθηκε η ηγεσία της οργάνωσης ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών). Η οργάνωση αυτή ξεκίνησε εντυπωσιακά τη δράση της την 1η Απριλίου 1955 με εκρηκτικές επιθέσεις σε διάφορους στόχους στο νησί.

Σύλληψη μαθητών του Παγκύπριου Γυμνασίου τον Ιανουάριο του 1956 από τις αποικιακές αρχές στο πλαίσιο των κατασταλτικών μέτρων
Ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ αποτέλεσε τον καταλύτη για τη ριζοσπαστικοποίηση των Ελληνοκυπρίων του νησιού, ιδιαίτερα της νεολαίας. Η δράση της οργάνωσης προκάλεσε ευρύ κύμα συμπαράταξης στην Κύπρο αλλά και την Ελλάδα. Η υποστήριξη στον αγώνα της οργάνωσης ενισχύθηκε από τα σκληρά μέτρα καταστολής των Άγγλων, από τα θύματα της στις συγκρούσεις με τους Άγγλους, όπως ο Γρηγόρης Αυξεντίου, και από τους απαγχονισμούς συλληφθέντων αγωνιστών, με πιο γνωστά παραδείγματα εκείνα των Μιχάλη Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου, Ευαγόρα Παλληκαρίδη και άλλων. Η αγωνιστική αίγλη της οργάνωσης επικάλυψε τις σκοτεινές πλευρές της, τον δηλωμένο αντικομμουνισμό και τις επιθέσεις της ενάντια σε μέλη του ΑΚΕΛ, αριστερούς συνδικαλιστές Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ετούτη η πλευρά της δράσης της υπονόμευσε, σε μία κρίσιμη στιγμή, το όποιο πεδίο συνεννόησης υπήρχε με την τουρκοκυπριακή πλευρά, γεγονός που θα είχε βαριές συνέπειες στο μέλλον.

Ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ αποτέλεσε τον καταλύτη για τη ριζοσπαστικοποίηση των Ελληνοκυπρίων. Έκρηξη βόμβας στο γραφείο του διευθυντή της Αστυνομίας στη Λευκωσία τον Δεκέμβριο του 1955
Μετά τη γαλλοβρετανική εκστρατεία στο Σουέζ η σημασία της Κύπρου για το βρετανικό αποικιακό οικοδόμημα άρχισε να περιορίζεται. Η φαινομενική σκλήρυνση της βρετανικής διοίκησης στο νησί –περιλάμβανε και την εξορία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες από τον Μάρτιο του 1956 ως τον Μάρτιο του 1957– απλώς προετοίμαζε το έδαφος για προοδευτική αποδέσμευση της Αγγλίας από το νησί.
Δυαρχία υπό την κηδεμονία του βρετανικού παράγοντα
Διαδοχικές προτάσεις για το πολιτικό μέλλον της Κύπρου άρχισαν να κυκλοφορούν από τα τέλη του 1956. Οι Βρετανοί καλλιέργησαν τις αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού σε τρόπο ώστε να εξασφαλίσουν τη δική τους παρουσία –ως επιδιαιτητές– στις μεταποικιακές εξελίξεις. Πραγματικά, ο παρονομαστής σχεδόν όλων των προτάσεων ήταν ένα είδος δυαρχίας κάτω από την επίβλεψη και την κηδεμονία του βρετανικού παράγοντα. Ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονταν οι απειλές και οι πιέσεις και προς τους Ελληνοκυπρίους και προς την Αθήνα ώστε να αποδεχθούν λύσεις που θα απείχαν πολύ από την απλή αυτοδιάθεση. Η «διπλή Ένωση» και η συνεπακόλουθη διχοτόμηση του νησιού προβλήθηκε ιδιαίτερα σε τρόπο ώστε να υπονομευθεί η ιδέα της αυτοδιάθεσης.

Η σύλληψη του Μιχάλη Καραολή από τους Άγγλους
Το πλέον πλήρες σχέδιο για το μέλλον της Κύπρου κατατέθηκε από τον Βρετανό πρωθυπουργό Μακμίλαν στα 1958. Το σχέδιο πρόβλεπε μια τριπλή βρετανοελληνοτουρκική εποπτεία στο νησί ανοίγοντας τον δρόμο για το μετέπειτα καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων. Η άρνηση των Ελληνοκυπρίων να συζητήσουν λύσεις αυτής της μορφής μετέφερε τη συζήτηση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και από εκεί, υποχρεωτικά, στην απευθείας συνεννόηση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Η μεταποικιακή εποχή άρχισε, με αυτό τον τρόπο, να διαμορφώνεται ερήμην των κατοίκων του νησιού, Ελλήνων και Τούρκων.
Η «κουτσή ανεξαρτησία»
Πραγματικά οι τελικές διαπραγματεύσεις για το μέλλον του νησιού ξεκίνησαν στο πλαίσιο της συνόδου του ΝΑΤΟ στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου 1958. Τα «τρία ενδιαφερόμενα μέρη» (Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) συνέχισαν τις διαβουλεύσεις στη Ζυρίχη πλέον από τις αρχές Φεβρουαρίου 1959. Η κατ’ αρχήν συμφωνία για «ανεξαρτησία» του νησιού εξελίχθηκε σε αναζήτηση μιας «ειδικής» συνταγματικής διευθέτησης ώστε να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα και των τριών «μερών». Οι κάτοικοι της Κύπρου και οι επιθυμίες τους ελάχιστα ελήφθησαν υπόψη.
Οι συμφωνίες στη Ζυρίχη στις 11 Φεβρουαρίου 1959 οδήγησαν στη διάσκεψη του Λονδίνου όπου μάλιστα εκλήθησαν και οι εκπρόσωποι Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για να νομιμοποιήσουν όσα είχαν αποφασιστεί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, διατύπωσε πλήθος επιφυλάξεων και αντιρρήσεων για το είδος της «λύσης» που επιβαλλόταν, η πλήρης όμως ταύτιση της ελληνικής κυβέρνησης Καραμανλή με τα συμφωνηθέντα υποχρέωσε την κυπριακή πλευρά να αποδεχθεί τη συμφωνία. Ήταν η αρχή μιας «κουτσής» ανεξαρτησίας του νησιού και η αφετηρία τραγικών εξελίξεων.

Οι αριστεροί συνδικαλιστές, ο Ελληνοκύπριος Μισιαούλης και ο Τουρκοκύπριος Καβάζογλου, που δολοφονήθηκαν από την εθνικιστική τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ το 1965
Το νέο κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία, θα βρισκόταν κάτω από την πολιτική και ουσιαστική κηδεμονία των τριών «εγγυητριών δυνάμεων», της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η καθεμία από αυτές είχε ειδικές αρμοδιότητες τόσο ως προς την άμυνα του νησιού όσο και ως προς τις συνταγματικές λειτουργίες του. Η παρουσία στρατευμάτων των τριών «εγγυητριών» εξασφαλίστηκε τόσο με την εγκατάσταση «κυρίαρχων» βρετανικών στρατιωτικών βάσεων, η επικράτεια των οποίων θεωρείτο βρετανικό έδαφος, όσο και με την εγκατάσταση στρατιωτικών αποσπασμάτων της Ελλάδας (ΕΛΔΥΚ) με 950 άνδρες και της Τουρκίας (ΤΟΥΡΔΥΚ) με 650 άνδρες.
Η συμφωνία επέβαλε ένα είδος ελεγχόμενου διαχωρισμού ανάμεσα στις δύο κοινότητες και συνδιοίκηση σε ποσοστό 70-30%. Τα ποσοστά αυτά αφορούσαν τόσο το υπουργικό συμβούλιο όσο και τη Βουλή ή τη διοίκηση. Η τουρκική πλευρά θα είχε δικαίωμα άσκησης «βέτο» για σειρά αποφάσεων. Στην ουσία το σύστημα ήταν εξαιρετικά ευπρόσβλητο και υποσχόταν προβλήματα από το ξεκίνημά του. Άλλοι τομείς, όπως λ.χ. η εκπαίδευση, ανατέθηκαν στην ευθύνη της κάθε κοινότητας ξεχωριστά.

Πάνω: Κάτοικοι της Αμμοχώστου στα συρματοπλέγματα σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Βρετανών το 1958. Κάτω: Το κρησφύγετο όπου έχασε τη ζωή του από βρετανικές βόμβες το στέλεχος της ΕΟΚΑ Κυριάκος Μάτσης στις 19 Νοεμβρίου 1958
Οι αντιδράσεις στην Κύπρο, τόσο από τη συντηρητική πλευρά όσο και από το ΑΚΕΛ που αρνήθηκε την παρουσία ξένων στρατευμάτων, υπήρξαν έντονες και σημαντικές. Παρόλα αυτά ο Μακάριος εκλέχθηκε τον Δεκέμβριο του 1959 πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας με ποσοστό 67,8% των ψήφων. Η εκλογή αυτή εκλήφθηκε ως αποδοχή του σχεδίου της ανεξαρτησίας και της μορφής που πήρε η Κυπριακή Δημοκρατία. Πολύ γρήγορα θα αποδεικνυόταν ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
* Η Μαρία Τσαρτσιανίδου είναι υποψήφια διδάκτορας Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #84 του Hot.Doc History που κυκλοφόρησε στις 16 Φεβρουαρίου 2020. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου