Το έπος της Αλβανίας και η όχι και τόσο «άρι­στη» πολε­μική προ­ε­τοι­μα­σία του Μεταξά

 Η «απο­κα­τάσταση» του Ιωάννη Μεταξά σε ρόλο εθνι­κού ηγέτη απα­σχο­λεί δημο­σιο­γράφους και «ερευ­νη­τές» που συνήθως πρόσκει­νται σε επίσημα ιδρύματα ιστο­ρι­κών ερευ­νών, ειδικά αυτά που βρίσκο­νται κοντά στη Νέα Δημο­κρα­τία. Μεταξύ πολ­λών άλλων τονίζε­ται η άρτια προ­ε­τοι­μα­σία του ελλη­νι­κού στρα­τού για τον πόλεμο στην Αλβα­νία, γεγο­νός που κατά τους ίδιους εξη­γεί τις επι­τυ­χίες του ελλη­νι­κού στρα­τού απένα­ντι στους Ιτα­λούς εισβο­λείς.

Μια απλή περι­διάβαση όμως στα στοι­χεία και τα χαρα­κτη­ρι­στικά του καθε­στώ­τος αλλά και του πολέμου ακυ­ρώ­νει την επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία του εγχει­ρήμα­τος απο­κα­τάστα­σης. Πρώ­τον, στην περίοδο της δικτα­το­ρίας του Μεταξά δεν υπήρξε κανένα συγκρο­τη­μένο σχέδιο για τον επα­νε­ξο­πλι­σμό της χώρας με βάση τις ανάγκες του επερ­χόμε­νου πολέμου. Ο κύριος όγκος των όπλων του ελλη­νι­κού στρα­τού είχε απο­κτη­θεί την περίοδο 1924-1926, όταν ανα­πλη­ρώ­θη­καν τα όπλα που χάθη­καν στη Μικρά Ασία. Η δικτα­το­ρία αγόρασε σπα­σμω­δικά και χωρίς σχέδιο ό,τι περίσ­σευε στις αγο­ρές πολε­μι­κού υλι­κού του εξω­τε­ρι­κού, χωρίς αυτό να βελ­τι­ώ­σει και να εκσυγ­χρο­νίσει το ελλη­νικό οπλο­στάσιο. Πολλά χρήματα και προ­σπάθειες επεν­δύθη­καν στη «γραμμή Μεταξά», στην ατελή οχύρωση των ελλη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συνόρων. Όταν τον Απρίλιο του 1939 εμφα­νίστηκε η ιτα­λική απειλή από την Αλβα­νία, ελάχι­στα πρόσθετα έργα μπο­ρούσαν να γίνουν.

Από το πρώτο δεκα­πε­νθήμερο του πολέμου άρχι­σαν να εμφα­νίζο­νται τα κενά στην ελλη­νική προ­πα­ρα­σκευή. Στα μέσα Νοεμ­βρίου, όταν ξεκίνησε η μαζική ελλη­νική αντε­πίθεση, οι εκθέσεις των στρα­τι­ω­τι­κών μονάδων ανα­φέρο­νταν σε καθυ­στε­ρήσεις ή και σε αδυ­να­μία εκτέλε­σης των δια­τα­γών για προ­έλαση καθώς σε μεγάλο ποσο­στό οι άνδρες τους είχαν κατα­στεί «ανυ­πόδη­τοι» – τα άρβυλά τους είχαν δια­λυ­θεί στο βρο­χερό περι­βάλ­λον του μετώ­που. Η πολυ­δια­φη­μι­σμένη «πολε­μική προ­ε­τοι­μα­σία» του καθε­στώ­τος Μεταξά δεν είχε προ­βλέψει ότι τον χει­μώνα βρέχει και ότι η υπόδηση των στρα­τι­ω­τών φθείρε­ται στο λασπώ­δες έδα­φος.

Οταν χει­ρο­τέρε­ψαν οι και­ρι­κές συνθήκες, στις αρχές Δεκεμ­βρίου, εμφα­νίστη­καν με τρα­γικό τρόπο νέα κενά στην «πολε­μική προ­ε­τοι­μα­σία». Από τον Δεκέμ­βριο του 1940 ως τον Μάρ­τιο του 1941 ο ελλη­νι­κός στρα­τός έχασε 25.000 στρα­τι­ώ­τες από κρυ­ο­πα­γήματα. Σε μεγάλο ποσο­στό αυτό σήμαινε ακρω­τη­ρια­σμό των πλη­γέντων.

Ο αρι­θμός ήταν διπλάσιος των φονευ­θέντων στον πόλεμο (13.300 περίπου) και αντι­προ­σώ­πευε το 40% του συνόλου των τραυ­μα­τιών σε όλα τα μέτωπα του πολέμου (62.700). Υπήρ­χαν ημέρες που τα κρυ­ο­πα­γήματα απο­τε­λούσαν τις κύριες απώ­λειες του ελλη­νι­κού στρα­τού. Στο στρα­τι­ω­τικό νοσο­κο­μείο των Ιωαν­νίνων, τον Μάρ­τιο του 1941 (όταν υπο­τίθε­ται ότι είχε φτάσει η βρε­τα­νική βοήθεια σε ιμα­τι­σμό και υπόδηση), οι εισα­χθέντες τραυ­μα­τίες ήταν 2.777, ενώ οι πλη­γέντες από κρυ­ο­πα­γήματα ήταν 6.407 (στοι­χεία του ΓΕΣ/ΔΙΣ).

Εάν θελήσουμε να συγκρίνουμε ετούτη την πληγή του ελλη­νι­κού στρα­τού στην Αλβα­νία με αντίστοι­χες κατα­στάσεις του ίδιου παγκόσμιου πολέμου ή άλλων συγκρούσεων, θα δια­πι­στώ­σουμε εύκολα ότι η εδώ κατάσταση δεν μπο­ρεί να συγκρι­θεί ούτε με τις χει­ρότε­ρες ανάλο­γες. Στους χει­μώ­νες του ρωσι­κού μετώ­που τα ποσο­στά των πλη­γέντων από κρυ­ο­πα­γήματα ήταν πολύ μικρότερα –ακόμη και στο φιν­λαν­δικό μέτωπο– αν και οι εκεί συνθήκες ήταν απείρως χει­ρότε­ρες από αυτές του αλβα­νι­κού μετώ­που.

Η μόνη περίπτωση όπου μπο­ρούμε να συνα­ντήσουμε κάτι αντίστοιχο είναι η τύχη του οθω­μα­νι­κού σώμα­τος του Καυ­κάσου το 1914. Εκεί, στον δρόμο για τη Σαρίκα­μις, ο οθω­μα­νι­κός στρα­τός υπέστη τρο­μα­κτική φθορά από τις σκλη­ρές και­ρι­κές συνθήκες. Ενώ όμως η περίπτωση αυτή έχει γίνει σημείο ανα­φο­ράς για την παγκόσμια στρα­τι­ω­τική ιστο­ρία, η τύχη των Ελλήνων φαντάρων στην Αλβα­νία δεν γνώ­ρισε την ίδια δημο­σιότητα. Εδώ πρυ­τάνευσε η περί «άρτιας προ­ε­τοι­μα­σίας» του καθε­στώ­τος Μεταξά – Γεωρ­γίου Β΄ μυθο­λο­γία.

Η ατε­λής προ­ε­τοι­μα­σία του ελλη­νι­κού στρα­τού απο­τυ­πώ­θηκε στο επι­τε­λικό επίπεδο. Ο ελλη­νι­κός στρα­τός είχε απο­κτήσει από τη δέκατη ημέρα του πολέμου (γύρω στις 10 Νοεμ­βρίου) μια σημα­ντική αρι­θμη­τική υπε­ροχή. Στις 4 Ιανου­α­ρίου ο Παπάγος παρου­σίασε την εικόνα στο Πολε­μικό Συμ­βούλιο. Στην αρχή του πολέμου οι Ιτα­λοί είχαν 66 τάγ­ματα πεζι­κού και 156 πυρο­βο­λαρ­χίες. Οι Ελλη­νες είχαν 129 τάγ­ματα πεζι­κού και 128 πυρο­βο­λαρ­χίες. Στις αρχές του 1941, μετά τη φθορά των επι­χει­ρήσεων, οι Ιτα­λοί είχαν 95 τάγ­ματα πεζι­κού και 108 πυρο­βο­λαρ­χίες. Οι Ελλη­νες είχαν 109 τάγ­ματα πεζι­κού και 98 πυρο­βο­λαρ­χίες. Με άλλα λόγια, ο ελλη­νι­κός στρα­τός είχε ουσια­στικό αρι­θμη­τικό πλε­ο­νέκτημα στους δύο πρώ­τους μήνες του πολέμου, ενώ για ακόμη έναν μήνα είχε τις ίδιες σχε­δόν δυνάμεις με τους αντι­πάλους του. Ο δε εφο­δια­σμός του ιτα­λι­κού στρα­τού εξαρ­τιόταν σε ποσο­στό περίπου 60% από το λιμάνι του Αυλώνα – προ­σιτό σε μια ελλη­νική προ­έλαση που θα το έθετε ως κύριο στόχο.

Τίποτε από τα αυτο­νό­ητα δεν έγινε. Η τόσο θαυ­μα­στή –για ορι­σμένους– «πολε­μική προ­ε­τοι­μα­σία» των Μεταξά και Γεωρ­γίου ήταν, σε πολλά επίπεδα, υπεύθυνη γι’ αυτό.

O Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...