Πρόκειται για μια σύγκρουση χώρου, ρόλου και εκπροσώπησης, η οποία με την ίδρυση κόμματος από την Καρυστιανού αποκτά δομικά χαρακτηριστικά και εισέρχεται πλέον στο πεδίο της ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το ζήτημα των Τεμπών δεν είναι απλώς μια τραγωδία που ζητά δικαίωση. Είναι ένα από τα πιο ισχυρά πολιτικά ρήγματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Συμπυκνώνει την αποτυχία του κράτους, τη δυσπιστία απέναντι στη Δικαιοσύνη, την οργή για την ατιμωρησία, τη διάρρηξη της σχέσης κοινωνίας – πολιτικού συστήματος. Όποιος ελέγχει πολιτικά αυτό το πεδίο, αποκτά τεράστιο συμβολικό και πολιτικό κεφάλαιο.
Ακριβώς γι’ αυτό, δεν χωρούν δύο κυρίαρχες παρουσίες.

Η Μαρία Καρυστιανού έχει αναδειχθεί σε κεντρικό πρόσωπο του αγώνα των συγγενών, με λόγο θεσμικό, καθαρό και επικεντρωμένο στην ουσία: την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την απόδοση ευθυνών. Δεν πολιτικοποίησε η ίδια την τραγωδία – η πολιτική διάσταση αναδύθηκε αντικειμενικά από το μέγεθος της θεσμικής αποτυχίας. Η συζήτηση περί ίδρυσης κόμματος από την ίδια δεν είναι μια εξ αρχής επιδιωκόμενη προσωπική φιλοδοξία, αλλά πιθανόν η αναγκαία συνθήκη για να τελεσφορήσει το αίτημα της τιμωρίας των υπαιτίων της τραγωδίας, αλλά και μία φυσική εξέλιξη ενός κοινωνικού ρεύματος που δεν βρίσκει εκπροσώπηση στο υπάρχον πολιτικό φάσμα.
Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το σημείο όπου ξεκινά η σύγκρουση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Απειλή για την Πλεύση
Η Πλεύση Ελευθερίας έχει επενδύσει πολιτικά, επικοινωνιακά και οργανωτικά στο πεδίο των Τεμπών. Η Κωνσταντοπούλου έχει επιλέξει να εμφανίζεται ως η θεσμική αιχμή, η νομική φωνή, η αδιάλλακτη παρουσία που «δεν συμβιβάζεται». Η στρατηγική της είναι σαφής: διαρκής παρέμβαση, υψηλοί τόνοι, προσωπική σφραγίδα σε κάθε διαδικασία. Αυτό της απέδωσε πολιτικά – αλλά πλέον απειλείται.
Διότι ένα κόμμα Καρυστιανού δεν θα είναι απλώς «άλλο ένα μικρό κόμμα». Θα είναι κόμμα με ισχυρό ηθικό έρεισμα, κοινωνική νομιμοποίηση και άμεση σύνδεση με την πιο ευαίσθητη πληγή της ελληνικής κοινωνίας. Και αυτό θα ασκήσει ασφυκτική πίεση στην Πλεύση Ελευθερίας.
Όχι θεωρητικά. Συγκεκριμένα:
- Θα της αφαιρέσει το μονοπώλιο της ηθικής εκπροσώπησης στο ζήτημα των Τεμπών.
- Θα διεκδικήσει το ίδιο ακροατήριο οργής, αγανάκτησης και απαίτησης για κάθαρση.
- Θα αμφισβητήσει ευθέως τον ρόλο της Κωνσταντοπούλου ως «κεντρικής φωνής» της υπόθεσης.
Σε πολιτικούς όρους, αυτό συνιστά υπαρξιακή απειλή.

Η δυσφορία για τις ενστάσεις της Ζωής στη δίκη
Η φράση της Καρυστιανού ότι η Κωνσταντοπούλου «σπαταλά τον χρόνο» στη δίκη της Λάρισας δεν ήταν μια απλή ενόχληση για την τακτική της διαδικασίας. Ήταν σαφής πολιτική αποτύπωση μιας βαθύτερης διαφωνίας. Ανάμεσα σε εκείνους που ζητούν αποτελεσματικότητα, ουσία και πρόοδο της διαδικασίας, και σε εκείνους που επιλέγουν τη διαρκή παρεμβατικότητα ως πολιτικό εργαλείο.
Το επεισόδιο αυτό ανέδειξε κάτι κρίσιμο: ότι ένα τμήμα των συγγενών δεν βλέπει πλέον την παρουσία της Κωνσταντοπούλου ως ενίσχυση, αλλά ως παράγοντα επιβάρυνσης. Και αυτό είναι πολιτικά καταστροφικό για την Πλεύση Ελευθερίας, διότι η νομιμοποίησή της σε αυτό το πεδίο στηρίζεται ακριβώς στην αποδοχή από τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Η Κωνσταντοπούλου, βεβαίως, δεν πρόκειται να αποχωρήσει από το πεδίο των Τεμπών. Αντιθέτως, θα εντείνει την παρουσία της. Θα επιχειρήσει να διατηρήσει τον ρόλο της «αδιάλλακτης φρουρού», να οξύνει τη ρητορική, να καταγγείλει, να πιέσει, να συγκρουστεί. Είναι το πολιτικό της DNA. Όμως πλέον δεν θα κινείται σε κενό χώρο. Θα κινείται απέναντι σε έναν άλλο πόλο, με διαφορετική νομιμοποίηση και διαφορετική στρατηγική.
Εδώ βρίσκεται ίσως και ο πυρήνας της επερχόμενης σύγκρουσης:
- Η Καρυστιανού εκπροσωπεί τη συλλογική απαίτηση με θεσμικό τρόπο.
- Η Κωνσταντοπούλου εκπροσωπεί τη σύγκρουση με προσωποκεντρικό τρόπο.
Αυτά δεν συνυπάρχουν. Ανταγωνίζονται.
Η πολιτική εκπροσώπηση του αιτήματος για τα Τέμπη
Και όσο η Καρυστιανού παραμένει εκτός κομματικού πεδίου, η σύγκρουση μπορεί να συγκαλύπτεται. Από τη στιγμή όμως που θα συγκροτήσει πολιτικό φορέα, θα τεθεί ευθέως το ερώτημα: ποιος εκπροσωπεί πολιτικά το αίτημα των Τεμπών;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι διπλή.

Η Πλεύση Ελευθερίας θα βρεθεί σε θέση άμυνας. Θα πρέπει να εξηγήσει γιατί ένας νέος φορέας έρχεται να καλύψει κενό που υποτίθεται ότι ήδη καλύπτει. Θα πρέπει να διαφοροποιηθεί χωρίς να φανεί ότι επιτίθεται στους συγγενείς. Θα πρέπει να διατηρήσει την παρουσία της χωρίς να κατηγορηθεί για καπέλωμα. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη πολιτική άσκηση.
Η δε προσωπική ρήξη ανάμεσα στις δύο γυναίκες απλώς επιταχύνει και οξύνει αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι η αιτία. Είναι το σύμπτωμα.
Σε αυτό το πεδίο δεν θα υπάρξουν ουδέτερες ζώνες. Δεν θα υπάρξουν «ευγενείς αποστάσεις». Η σύγκρουση θα είναι αναγκαστικά καθαρή, έστω και αν εκφραστεί με υπαινιγμούς, διαρροές και πολιτικές αιχμές.
Διότι το διακύβευμα δεν είναι απλώς η εκλογική επιρροή. Είναι η πολιτική ηγεμονία πάνω σε ένα από τα πιο ισχυρά κοινωνικά τραύματα της εποχής.
Και αυτό, ιστορικά, δεν μοιράζεται.
Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου