Τόκοι στη δόση, όχι στο κεφάλαιο

 Δικαιώθηκαν από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με μεγάλη πλειοψηφία οι δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στο Νόμο Κατσέλη, για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Έτσι, ο υπολογισμός των οφειλόμενων τόκων για τα «κόκκινα» δάνεια θα γίνεται, πλέον, στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο του ποσού.

Η πλήρης Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου, μετά από διάσκεψη, αποφάσισε κατά πλειοψηφία (35–12) ότι ο ανατοκισμός στα ρυθμισμένα «κόκκινα» δάνεια πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής.

Η θέση αυτή υιοθετήθηκε παρά τις αντίθετες αξιώσεις τραπεζών και funds, που ζητούσαν τον υπολογισμό των τόκων επί του κεφαλαίου. Με την απόφαση αυτή, απορρίπτεται η ερμηνεία που οδηγούσε σε συνεχή αναπροσαρμογή και διόγκωση των οφειλών, ενώ κλείνει οριστικά ένα ερμηνευτικό ζήτημα που είχε προκαλέσει αντικρουόμενες πρακτικές και δικαστικές κρίσεις τα προηγούμενα χρόνια.

Η υπόθεση αφορά άμεσα τη βιωσιμότητα περισσότερων από 350.000 δανειοληπτών, των οποίων η οικονομική καθημερινότητα εξαρτάται από το αν η δικαστική τους ρύθμιση θα παραμείνει λειτουργική ή αν θα μετατραπεί σε μία νέα, δυσβάσταχτη επιβάρυνση. Το διακύβευμα που τέθηκε υπό το πρίσμα της Ολομέλειας, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, άγγιζε τον πυρήνα της φιλοσοφίας του «νόμου Κατσέλη». Η διαφορά στην πράξη είναι χαοτική, καθώς ο εκτοκισμός επί του συνόλου του κεφαλαίου σε βάθος χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε σωρευτικές επιβαρύνσεις που ακυρώνουν το ευεργέτημα της προστασίας.

Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί του μεγέθους της διαφοράς. Για δάνειο 100.000 ευρώ με επιτόκιο 4,5%, οι ετήσιοι τόκοι ανέρχονται σε 4.500 ευρώ ή 375 ευρώ μηνιαίως, όταν υπολογίζονται επί του κεφαλαίου. Αν, όμως, ο υπολογισμός γίνει επί της μηνιαίας δόσης, για παράδειγμα 500 ευρώ, ο τόκος περιορίζεται σε μόλις 22,5 ευρώ το μήνα ή 270 ευρώ ετησίως. Αντίστοιχα, σε δάνειο 150.000 ευρώ με επιτόκιο 3,5%, οι ετήσιοι τόκοι φτάνουν τα 5.250 ευρώ. Με υπολογισμό, όμως, επί μηνιαίας δόσης 650 ευρώ, ο τόκος μειώνεται στα 22,75 ευρώ το μήνα, δηλαδή περίπου 273 ευρώ το χρόνο. Ακόμη και σε δάνειο 80.000 ευρώ με επιτόκιο 5%, οι τόκοι των 4.000 ευρώ ετησίως μετατρέπονται σε μόλις 270 ευρώ το χρόνο, εφόσον εφαρμοστεί ο υπολογισμός επί της δόσης. Με απλά λόγια, το δάνειο προσεγγίζει τα χαρακτηριστικά ενός σχεδόν άτοκου προϊόντος. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που προκαλεί έντονη ανησυχία σε τράπεζες και εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων.

Οι τράπεζες

Παράλληλα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο νόμος Κατσέλη (άρθρο 9, παρ. 2) προβλέπει ρητά τοκοχρεολυτική αποπληρωμή, με βάση το συνολικό ύψος της οφειλής και τις πραγματικές δυνατότητες του οφειλέτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια έχουν ενταχθεί στις τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», με τα επιχειρηματικά σχέδια να βασίζονται στην παραδοχή της τοκοχρεολυτικής αποπληρωμής. Αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τόκων θα μπορούσε, σύμφωνα με εκτιμήσεις, να προκαλέσει άμεση ζημιά άνω του 1 δισ. ευρώ, με πιθανή μετακύλιση του κόστους στο Δημόσιο.

Παράλληλα, η απόφαση του Αρείου Πάγου υπέρ των δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη ενδέχεται να ανοίξει το δρόμο και για άλλες κατηγορίες οφειλετών –όσους ρύθμισαν μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού ή διμερών συμφωνιών– διεκδικώντας ανάλογη μεταχείριση. Τραπεζικές πηγές προειδοποιούν και για μία λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη συνέπεια: την υπονόμευση της κουλτούρας πληρωμών. Η προοπτική σχεδόν άτοκων ρυθμίσεων ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους συνεπείς δανειολήπτες, ιδίως σε μία περίοδο αυξημένων πιέσεων.

Αν ο δανειολήπτης έχει ήδη απόφαση νόμου Κατσέλη και πληρώνει δόσεις και ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι οι τόκοι υπολογίζονται ανά δόση, τότε: α) Δεν δικαιούνται οι τράπεζες / servicers να υπολογίζουν τόκους στο σύνολο του κεφαλαίου. Ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα τότε να ζητήσει επανυπολογισμό της οφειλής και μείωση του συνολικού ποσού και πιθανή επιστροφή ή συμψηφισμό ποσών που χρεώθηκαν λάθος. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που πληρώνει ο δανειολήπτης τη δόση που όρισε το δικαστήριο βάσει του Νόμου Κατσέλη, αλλά ο servicer ζητάει παραπάνω χρήματα με το αιτιολογικό ότι «οι τόκοι τρέχουν στο κεφάλαιο». Είναι μία συνηθισμένη περίπτωση. Με την απόφαση αυτή, η καταχρηστική πρακτική μπλοκάρεται, ο servicer υποχρεώνεται να αλλάξει τρόπο υπολογισμού και δεν μπορεί να πει «έτσι το υπολογίζουμε εμείς». Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου δεσμεύει όλα τα δικαστήρια και τους servicers. Στην περίπτωση που η υπόθεση του δανειολήπτη εκκρεμεί ή δεν έχει τελεσιδικήσει, το δικαστήριο υποχρεούται να ακολουθήσει την απόφαση του Α.Π. Σε αυτή την περίπτωση, οι τόκοι δεν «φουσκώνουν», μπαίνουν ήπια και ελεγχόμενα, ενώ αυξάνονται οι πιθανότητες μιας χαμηλότερης δόσης και βιώσιμης ρύθμισης.

Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση που έχει λήξη η ρύθμιση και ο δανειολήπτης πλήρωσε παραπάνω; Δύναται να ανοίξει ζήτημα αχρεωστήτως καταβληθέντων ή συμψηφισμού που δεν μπορεί να γίνει αυτόματα, αλλά απαιτούνται νομικές κινήσεις με εξειδικευμένο δικηγόρο. Η απόφαση δεν χαρίζει δάνεια, αλλά σταματά το «φούσκωμα» των οφειλών και βάζει φρένο στους τόκους. Αποτελεί ισχυρό όπλο, ακόμα και εάν ο δανειολήπτης δεν έχει ενταχθεί στο νόμο Κατσέλη, και αυτό διότι θα χρησιμοποιηθεί η απόφαση σε αγωγές, σε ανακοπές, σε εξώδικα και ως νομολογιακό επιχείρημα.

Αναλυτικά παραδείγματα

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...