Τα πρώτα χρόνια
Ο Βίκτορ-Μαρί Ουγκώ γεννήθηκε το 1802 στην πόλη Μπεζανσόν της ανατολικής Γαλλίας. Ήταν ο τρίτος γιος της Σοφί Ουγκώ και του Ζοζέφ-Λεοπόλδου-Σιγισμπέρ Ουγκώ, ενός ταγματάρχη και, αργότερα, στρατηγού στον στρατό του Ναπολέοντα.
Η παιδική του ηλικία χαρακτηρίζεται από τα συνεχή ταξίδια του πατέρα του με τον αυτοκρατορικό στρατό και από τις διαφωνίες που αποξένωσαν τους γονείς του. Παράλληλα, ο βασιλικός προσανατολισμός της μητέρας του και η διαρκώς μεταβαλλόμενη αφοσίωση του πατέρα στις διαδοχικές εξουσίες, αντανακλούσαν τη βαθύτερη ασυμβατότητα τους.
Αυτή η περίοδος κρίνεται ως χαοτική για τον Ουγκώ, καθώς δεν είχε μια σταθερή «βάση». Η πτώση της αυτοκρατορίας προσέφερε μια σχετική σταθερότητα στη ζωή του το διάστημα 1815-18, όπου φοίτησε στο Pension Cordier και στο Lycée Louis-le-Grand, μετά το οποίο αποφοίτησε τη Νομική Σχολή του Παρισιού, χωρίς όμως να ακολουθεί τον εν λόγω κλάδο. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο ιστότοπος Britannica, οι αναμνήσεις του ως φτωχού φοιτητή τον ενέπνευσαν μεταγενέστερα ώστε να συνθέσει τη μορφή του Μάριους Πομερσί στο μυθιστόρημά του «Οι Άθλιοι».
Στο επόμενο διάστημα, ο Ουγκώ αποτύπωσε στο χαρτί τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες, γράφοντας στίχους, μεταφράσεις, θεατρικά έργα και ελεγείες. Παράλληλα, ενθαρρυμένος από τη μητέρα του, ο Ουγκώ ίδρυσε ένα περιοδικό, το Conservateur Littéraire (1819–21), στο οποίο ξεχώρισαν τα άρθρα του για τους ποιητές Alphonse de Lamartine και André de Chénier.
Το 1821 η μητέρα του Ουγκώ έφυγε από τη ζωή και το 1822, παντρεύτηκε μια παιδική του φίλη, την Αντέλ Φουσέ, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ωδές και ποιητικές ποικιλίες. Πίσω από το ενδιαφέρον του Ουγκώ για την κλασική μορφή και την πολιτική έμπνευση, αναγνωρίζεται μια προσωπική φωνή και μια ιδιαίτερη φλέβα φαντασίας.
Το 1823 προχώρησε στη δημοσίευση του πρώτου του μυθιστορήματος, το «Han d’Islande», ενώ το 1824 δημοσίευσε μια νέα ποιητική συλλογή, τις «Nouvelles Odes», και δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε ένα εξωτικό ρομαντικό έργο, το «Bug-Jargal». Το 1826 δημοσίευσε το «Ωδές και μπαλάντες», μια διευρυμένη έκδοση των προηγουμένως τυπωμένων στίχων του. Το νεανικό σφρίγος αυτών των ποιημάτων ήταν επίσης χαρακτηριστικό μιας άλλης συλλογής, το «Les Orientales» (1829), το οποίο απευθύνεται στο ρομαντικό γούστο για ανατολίτικα θέματα. Σε αυτά τα ποιήματα, ο Ουγκώ, ενώ χρησιμοποιεί επιδέξια μια μεγάλη ποικιλία μέτρων στους στίχους του και χρησιμοποιεί ένθερμη και λαμπρή εικονοποιία, σταδιακά απαλλάσσεται από τα φιλοβασιλικά αισθήματά του.
Ο Ουγκώ αναδείχθηκε ως αληθινός ρομαντικός με την έκδοση του μνημειώδους στιχουργικού του δράματος το 1827, «Κρόμγουελ». Το θέμα αυτού του έργου, με τις σχεδόν σύγχρονες αποχρώσεις του, είναι αυτό ενός εθνικού ηγέτη που αναδύεται από τον λαό και επιδιώκει να στεφθεί βασιλιάς. Αλλά η φήμη του έργου βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον μακρύ, περίτεχνο πρόλογο, στον οποίο ο Ουγκώ πρότεινε μια διδασκαλία του Ρομαντισμού που παρά την πνευματική του μετριοπάθεια ήταν εξαιρετικά προκλητική.
Απαιτούσε ένα στιχουργικό δράμα στο οποίο οι αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης – το καλό και το κακό, η ομορφιά και η ασχήμια, τα δάκρυα και το γέλιο, θα επιλύονταν με την συμπερίληψη τραγικών και κωμικών στοιχείων σε ένα μόνο έργο. Ένα τέτοιο είδος δράματος θα εγκατέλειπε τους τυπικούς κανόνες της κλασικής τραγωδίας για την ελευθερία και την αλήθεια που βρίσκονται στα έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.
Η αναγνώριση
Η υπεράσπιση της ελευθερίας και η λατρεία ενός εξιδανικευμένου Ναπολέοντα σε ποιήματα όπως η ωδή «À la Colonne», έφεραν τον Ουγκώ σε επαφή με την φιλελεύθερη ομάδα συγγραφέων της εφημερίδας Le Globe, και η στροφή του προς τον φιλελευθερισμό ενισχύθηκε από τους περιορισμούς της ελευθερίας του τύπου που επέβαλε ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολος Ι΄, καθώς και από την απαγόρευση του θεατρικού του έργου «Marion de Lorme» (1829), το οποίο απεικονίζει τον χαρακτήρα του Λουδοβίκου ΙΓ΄ με δυσμενή τρόπο.
Η Παναγία των Παρισίων
Ενώ ο Ουγκώ είχε αντλήσει την πρώιμη φήμη του από τα έργα του, απέκτησε μεγαλύτερη φήμη το 1831 με το ιστορικό του μυθιστόρημα «Η Παναγία των Παρισίων», μια αναπαράσταση της ζωής στο μεσαιωνικό Παρίσι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΑ΄.
Το μυθιστόρημα καταδικάζει μια κοινωνία που, στα πρόσωπα του Φρολό του αρχιδιάκονου και του Φοίβου ντε Σατοπέρ του στρατιώτη, συσσωρεύει τη δυστυχία στον καμπούρη Κουασιμόδο και την τσιγγάνα Εσμεράλδα. Η ιστορία άγγιξε σημαντικά τη δημόσια συνείδηση.
Η δημιουργική δραστηριότητα του Ουγκώ κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ήταν τόσο έντονη που συνέχισε να γράφει θεατρικά έργα. Υπήρχαν δύο κίνητρα γι’ αυτό: πρώτον, χρειαζόταν ένα πλαίσιο για τις πολιτικές και κοινωνικές του ιδέες και, δεύτερον, επιθυμούσε να γράψει ρόλους για μια νεαρή ηθοποιό, Ζιλιέτ Ντρουέ, με την οποία είχε ξεκινήσει μια σχέση το 1833. Η Ζιλιέτ σύντομα απαρνήθηκε τη σκηνή για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στον Ουγκώ, καθιστώντας την διακριτική και πιστή σύντροφο που θα παρέμενε μέχρι τον θάνατό της το 1883.
Στη συνέχεια, συνέχισε με ένα έμμετρο δράμα, το «Le Roi s’amuse», που διαδραματίζεται στη Γαλλία της Αναγέννησης και απεικονίζει τους επιπόλαιους έρωτες του Φραγκίσκου Α’, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον ευγενή χαρακτήρα του γελωτοποιού της αυλής του. Αυτό το έργο αρχικά απαγορεύτηκε, αλλά αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Τζουζέπε Βέρντι ως λιμπρέτο της όπεράς του «Ριγκολέτο».
Ακολούθησαν τρία πεζά έργα: «Lucrezia Borgia» και «Marie Tudor» το 1833 και «Angelo, Tyrant of Padua» το 1835. Το «Ruy Blas», ένα έμμετρο έργο, εμφανίστηκε το 1838 και ακολούθησαν οι «Les Burgraves» το 1843.
Μετά τον διορισμό του το 1845 στο Επιμελητήριο των Ομότιμων, ο Βίκτωρ Ουγκώ μείωσε σημαντικά τη λογοτεχνική του παραγωγή, εν μέρει λόγω των απαιτήσεων της κοινωνίας και της πολιτικής ζωής, αλλά και ως αποτέλεσμα της απώλειας της κόρης του. Με την Επανάσταση του 1848, ο Ουγκώ εξελέγη βουλευτής του Παρισιού στη Συντακτική Συνέλευση και αργότερα στη Νομοθετική Συνέλευση. Υποστήριξε την επιτυχημένη υποψηφιότητα του Πρίγκιπα Λουδοβίκου-Ναπολέοντα για την προεδρία εκείνη τη χρονιά.
Η εξέλιξη του προέδρου σε μία αυταρχική προσωπικότητα, ωθούσε τον Ουγκώ προς την αριστερά της συνέλευσης. Τον Δεκέμβριο του 1851 σημειώθηκε πραξικόπημα, το οποίο οδήγησε στη Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία υπό τον Ναπολέοντα Γ΄, με τον Ουγκώ να κάνει μια απόπειρα αντίστασης και, τελικά, να καταφεύγει στις Βρυξέλλες.
Η περίοδος της εξορίας
Η εξορία του Ουγκώ άρχισε από το 1851 και τελείωσε το 1870 με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Βέβαια, να σημειωθεί ότι η εξορία επιβλήθηκε στην αρχή αλλά μετέπειτα μετατράπηκε σε μια εθελοντική χειρονομία και μετά την αμνηστία του 1859, μια σε μια πράξη υπερηφάνειας. Παρέμεινε στις Βρυξέλλες για ένα χρόνο, μέχρι που, προβλέποντας την απέλαση, κατέφυγε σε βρετανικό έδαφος. Κατά τη διάρκεια αυτής της εξορίας, η οποία διήρκησε περίπου 20 χρόνια, έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.
Βυθισμένος στην πολιτική όπως ήταν, ο Ουγκώ αφιέρωσε τα πρώτα γραπτά της εξορίας του στη σάτιρα και τη σύγχρονη ιστορία «Napoléon le Petit» (1852), ένα κατηγορητήριο του Ναπολέοντα Γ’ και «Η Ιστορία ενός εγκλήματος», μια αφήγηση του πραξικοπήματος του Λουδοβίκου Βοναπάρτη.
Παράλληλα, αυτό το διάστημα η ποίηση του Ουγκώ ήταν μια έκρηξη οργής. Η ποιητική συλλογή «Les Châtiments» εξαπέλυε την οργή του εναντίον του νέου αυτοκράτορα και, σε τεχνικό επίπεδο, τον απελευθέρωσε από τις εναπομείνασες κλασικές προκαταλήψεις του και του επέτρεψε να επιτύχει την πλήρη κυριαρχία των ποιητικών του δυνάμεων. Το εν λόγω έργο κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο ισχυρά σατιρικά ποιήματα της γαλλικής λογοτεχνίας.
Παρά την ικανοποίηση που αντλούσε από την πολιτική του ποίηση, ο Ουγκώ κουράστηκε από τους περιορισμούς της και, επιστρέφοντας στα αδημοσίευτα ποιήματα του 1840-50, άρχισε να εργάζεται πάνω στον στο «Les Contemplations» (1856). Αυτό το έργο περιέχει μια εξαιρετικά αγνή και συγκινητική μορφή της ποίησης του, καθώς ο θάνατος της κόρης του βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου.
Σε παρόμοιο μοτίβο, τα ποιήματα «Pleurs dans la nuit» και «La Bouche d’ombre», αποκαλύπτουν ένα βασανισμένο μυαλό που παλεύει ανάμεσα στην αμφιβολία και την πίστη στη μοναχική του αναζήτηση νοήματος και σημασίας. Η αποκαλυπτική προσέγγιση της πραγματικότητας από τον Ουγκώ ήταν η πηγή δύο επικών ή μεταφυσικών ποιημάτων, «La Fin de Satan» και «Dieu», και τα δύο αντιπαραθέσεις του προβλήματος του κακού. Γραμμένα μεταξύ 1854 και 1860, δεν δημοσιεύθηκαν παρά μετά τον θάνατό του.
Οι Άθλιοι
Μετά την έκδοση τριών μακροσκελών ποιητικών συλλογών, ο Ουγκώ επέστρεψε στην πεζογραφία και ασχολήθηκε με το εγκαταλελειμμένο μυθιστόρημά του, «Οι Άθλιοι». Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1840, κάποια γεγονότα καθυστέρησαν την λογοτεχνική του παραγωγή, ιδιωτικά, όμως, από το 1843, ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα γραπτό έργο που θα γινόταν οι Άθλιοι.
Μετά το πραξικόπημα του 1851 και τη φυγή στις Βρυξέλλες, ο Ουγκώ δημοσίευσε μεγάλο όγκο έργου, το οποίο χαρακτηρίζεται για τον καυστικό σαρκασμό και την έντονη κοινωνική κριτική. Σε αυτό το διάστημα εντάσσονται κι «Οι Άθλιοι», το οποίο εκδόθηκε τελικώς το 1862.
Το βιβλίο έτυχε άμεσης και ευρείας αναγνώρισης, τόσο στη Γηραιά Ήπειρο, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βέβαια, οι Άθλιοι του Βίκτωρ Ουγκώ, μέχρι και σήμερα, αποτελούν ένα σημαντικό έργο της παγκόσμιας κληρονομιάς, με θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές να έχουν πραγματοποιηθεί πάνω στο πρωτότυπο κείμενο.
Αυτή η επιτυχία των «Αθλίων» επέκτεινε ακόμα περισσότερο τη φήμη του Βίκτωρος Ουγκώ. Το βιβλίο μεταφράστηκε άμεσα σε αρκετές γλώσσες, συμβάλλοντας έτσι ώστε ο Ουγκώ να γίνει γνωστός και σε άλλες χώρες, εκτός της Κεντρικής Ευρώπης.
Ως προς έργο, η κεντρική ιστορία επικεντρώνεται στον κατάδικο Ζαν Βαλζάν (Γιάννης Αγιάννης), θύμα της κοινωνίας που έχει φυλακιστεί για 19 χρόνια επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Από έναν σκληροτράχηλο και οξυδερκή εγκληματία, μετά την απελευθέρωσή του, μετατρέπεται και μεταβάλλεται σε έναν επιτυχημένο βιομήχανο και δήμαρχο μιας πόλης. Ωστόσο, τον παρακολουθεί εμμονικά ο ντετέκτιβ Ιαβέρης για ένα παρορμητικό, μετανιωμένο προηγούμενο έγκλημα, και ο Ζαν Βαλζάν τελικά θυσιάζεται για χάρη της υιοθετημένης κόρης του, Κοζέτ, και του συζύγου της, Μάριους.
Οι Άθλιοι θεωρούνται ένα απέραντο πανόραμα της παριζιάνικης κοινωνίας και του υποκόσμου της, περιέχοντας πολλά διάσημα επεισόδια και αποσπάσματα, μεταξύ των οποίων ένα κεφάλαιο για τη Μάχη του Βατερλώ και την περιγραφή της διάσωσης του Μάριους από τον Ζαν Βαλζεάν μέσω μιας φυγής μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού.
Η ιστορία των «Αθλίων» θυμίζει μια αστυνομική ιστορία, αλλά χάρη στους χαρακτήρες του, οι οποίοι μερικές φορές είναι λίγο μεγαλύτεροι, αλλά πάντα ζωτικοί και συναρπαστικοί, και χάρη στην αναπαράσταση του σμήνους του παριζιάνικου υποκόσμου, καταδεικνύει το βασικό θέμα της αδιάκοπης μάχης της ανθρωπότητας με το κακό.
Ο θάνατος και η κληρονομιά του Βίκτωρος Ουγκώ
Ο Ουγκώ επέστρεψε στη Γαλλία μετά το 1870 ως σύμβολο θριάμβου της δημοκρατίας, ωστόσο, η ζωή του θα συνέχιζε να βρίσκεται σε δίνη, καθώς έχασε δύο τέκνα του. Πολύ πιθανώς γι΄ αυτό και τα μεταγενέστερα έργα του να χαρακτηρίζονται ως σκοτεινότερα από τα προηγούμενα, εστιάζοντας σε ζητήματα θρησκείας. Το 1871 ανακηρύχθηκε βουλευτής στην Εθνοσυνέλευση, αλλά παρέμεινε στο αξίωμά του για έναν μόλις μήνα. Έχοντας χάσει δύο γιους και τη σύζυγό του το 1868, ο Ουγκώ φαινόταν πως δεν είναι πλέον τις δυνάμεις και το σθένος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, όπως παλαιότερα.
Παρόλο που υπήρχε πτώση στην προσωπική ζωή του Ουγκώ, δημοσίευσε το «L’Année terrible» (1872), στο οποίο αφηγείται την πολιορκία του Παρισιού κατά τη διάρκεια της «τρομερής χρονιάς» του 1870. Το 1878 ο Ουγκώ έπαθε εγκεφαλική συμφόρηση, εξακολουθώντας να ζει στο Παρίσι μαζί με τη Ζιλιέτ. Η οδός που ζούσε το ζευγάρι, η Λεωφόρος ντ’Εϊλάου, μετονομάστηκε σε Λεωφόρο Βίκτωρ – Ουγκώ στα 80ά γενέθλια του Γάλλου συγγραφέα το 1882. Η Ζιλιέτ έφυγε από τη ζωή έναν χρόνο αργότερα και ο Ουγκώ πέθανε το 1885, στις 22 Μαΐου. Η σορός του ρομαντικού λογοτέχνη τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου και θάφτηκε στο Πάνθεον.
Δίχως αμφισβήτηση, μέχρι και σήμερα, ο Βίκτωρ Ουγκώ παραμένει ένας εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της γαλλικής λογοτεχνίας. Η τεράστια παραγωγή έργων του Ουγκώ άφησε σπουδαία παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές λογοτεχνών και επιστημόνων. Για να αντιληφθούμε το εύρος της λογοτεχνικής παραγωγής του Ουγκώ, φήμες λένε ότι έγραφε κάθε πρωί 100 στίχους (ή 20 σελίδες) πεζού λόγου.
Μερικά από τα ποιήματά του έμειναν στη μνήμη μας όντας διαχρονικά λογοτεχνικά αριστουργήματα, και οι Άθλιοι συνέχισαν να διαβάζονται ευρέως. Η γενναιοδωρία των ιδεών του και η ζεστασιά της έκφρασής τους εξακολουθούσαν να συγκινούν το κοινό, καθώς ο Ουγκώ ήταν ποιητής του απλού ανθρώπου και ήξερε πώς να γράφει με απλότητα και δύναμη για τις κοινές χαρές και τις απογοητεύσεις.
O Φιλέλληνας Βίκτωρ Ουγκώ
Οι έννοιες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ήταν βαθιά ριζωμένες στον Βίκτωρα Ουγκώ, με αποτέλεσμα να γίνει ένθερμος υποστηρικτής του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα. Στην ποιητική του συλλογή «Orientales» (1829), αναφέρεται στον «ελληνικό πόλεμο» και τη σφαγή της Χίου.
Ο Ουγκώ φανέρωσε για άλλη μια φορά τα φιλελληνικά του αισθήματα, όταν ενδιαφέρθηκε για άλλο πολεμικό ζήτημα, την Κρητική Επανάσταση της περιόδου 1866-69. Σε μια επιστολή υποστήριξης προς τους επαναστάτες του νησιού έγραψε: «Έχετε δίκιο που με βασίζεστε ως συγγραφέα και ως πολίτη. Τα λίγα που είμαι και τα λίγα που μπορώ να κάνω είναι στην υπηρεσία του ευγενούς σας σκοπού. Η υπόθεση της Κρήτης είναι αυτή της Ελλάδας και η υπόθεση της Ελλάδας είναι αυτή της Ευρώπης».
Σύμφωνα με τον Θάνο Βερέμη, ήθελε να γράψει κι ένα έπος εμπνευσμένο από την Κρήτη, αλλά οι εξελίξεις του 1870-71 – ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος και η Κομμούνα του Παρισιού – άλλαξαν τα σχέδιά του.
Πηγές: britannica.com, biography.com, walkingwiththephilhellenes.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου